Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

Απο-λογισμός



Ένας χρόνος παραπάνω... Ε, και τι έγινε; Πράγματα που περίμενες να αλλάξεις δεν τα άλλαξες. Πράγματα που υποσχέθηκες στον εαυτό σου... εν μέρει τα τήρησες...

Επιθύμησες, όμως, πολλά. Πάλεψες γι' αυτά..; Ή περίμενες να έρθουν μόνα τους...;

Όλοι κάποια στιγμή κάνουμε τον απολογισμό μας. Μερικοί διαλέγουμε ημερομηνίες γι' αυτό. Τι βολικό! Μήπως κάτι τέτοιο θα έπρεπε να συμβαίνει καθημερινά και όχι κατ' επιλογήν ή κατά παραγγελία...;

...

Το 2000, ο αγαπημένος μου Peter Gabriel συνέθεσε ένα έργο «απολογισμού» της χιλιετίας, το OVO, με την ευκαιρία του σχετικού σόου στο Millennium Dome του Λονδίνου. Ακούτε το δεύτερο κομμάτι, με τίτλο Low Light. Δείτε κι αυτό το μικρό βίντεο από το σόου (εκεί ακούγεται το «αδελφάκι» του προηγούμενου κομματιού, το The Nest That Sailed The Sky).

Η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του δίσκου.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Η μοναχική ζωή του μουσικού

Ο μουσικός —εξ' ορισμού— είναι πλασμένος για να δίνει, όχι για να παίρνει...



Για του λόγου το αληθές, ακούστε το παραπάνω εναρκτήριο χορικό του Ορατορίου των Χριστουγέννων του Μπαχ στη δημοφιλή ερμηνεία του Gardiner και μετά το ίδιο κομμάτι σε μία πρόβα (αγνώστων στοιχείων), με την κάμερα και το μικρόφωνο να δίνουν αρκετά γλαφυρά τη «λειψή» αίσθηση της μουσικής από την πλευρά —π.χ.— ενός τρομπετίστα.



Πόσες και πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε αδικημένοι ερμηνεύοντας ως μέλη συνόλων κάποιο σπουδαίο έργο και δε ζηλέψαμε τα αυτιά του ακροατή...

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2007

Όταν τα παραμύθια ζωντανεύουν...



Είναι νύχτα. Ο ανάπηρος μικρός βοσκός Αμάλ κάθεται έξω από την καλύβα του, όπου μένει με τη μητέρα του, και παίζει φλογέρα. Δίπλα του έχει αφημένο το δεκανίκι του, που τον βοηθάει να περπατά. Ενώ παίζει, παρατηρεί στον ουρανό ένα μεγάλο και ασυνήθιστα λαμπερό αστέρι. Ο Αμάλ φωνάζει τη μητέρα του να δει αυτό το παράξενο, «μεγάλο σαν παράθυρο», άστρο. Αλλά εκείνη, που νομίζει ότι ο γιος της λέει πάλι φανταστικές ιστορίες, τον φωνάζει να μπει στην καλύβα για να κοιμηθούν.

Ο Αμάλ έχει ξαπλώσει στο αχυρένιο στρώμα του, όταν από μακριά ακούγεται το τραγούδι των τριών Μάγων-Βασιλιάδων. Τους οδηγεί ένας υπηρέτης. Σε λίγο ένας απ' τους Μάγους, ο Μελχιόρ, χτυπά την πόρτα της φτωχικής καλύβας. Ο Αμάλ ανοίγει και αντικρίζει το θαυμαστό θέαμα των τριών Μάγων. Τρέχει να το πει στη μητέρα του αλλά αυτή και πάλι δεν τον πιστεύει. Τελικά πείθεται να τον ακολουθήσει, και με τη σειρά της δοκιμάζει την ίδια έκπληξη όταν βρίσκεται μπροστά στον Μελχιόρ, τον Κάσπαρ και τον Βαλτάσαρ. Οι τρεις Μάγοι-Βασιλιάδες ζητούν φιλοξενία. Η μητέρα του Αμάλ την προσφέρει αμέσως, ιδιαίτερα όταν βλέπει τα πλούσια δώρα που κρατούν οι Βασιλιάδες, χρυσό, σμύρνα και λιβάνι. Ο Αμάλ τρέχει να ειδοποιήσει τους άλλους βοσκούς, ενώ οι Μάγοι αποκαλύπτουν στη μητέρα του την αιτία του ταξιδιού τους: πάνε να προσκυνήσουν και να προσφέρουν δώρα στο νεογέννητο θεό.


Φτάνουν οι βοσκοί και προσφέρουν τα δικά τους φτωχικά δώρα στους τρεις Μάγους. Ο Βαλτάσαρ τους ευχαριστεί. Ο Αμάλ ρωτάει τον Κάσπαρ αν έχει κάποια μαγική πέτρα που να μπορεί να τον θεραπεύσει, αλλά ο Κάσπαρ δεν το ακούει. Σε λίγο όλοι κοιμούνται εκτός από τη μητέρα του Αμάλ, που βασανίζεται από τον πειρασμό να κλέψει λίγο από το χρυσάφι των Μάγων για το φτωχό παιδί της. Τη βλέπει όμως ο υπηρέτης και ξυπνάει τους αφέντες του. Ο Μελχιόρ τη συγχωρεί λέγοντας ότι το Παιδί που μόλις γεννήθηκε δεν έχει ανάγκη από χρυσάφι γιατί θα οικοδομήσει το βασίλειο Του πάνω στην αγάπη. Συγκινημένη η μητέρα θέλει να επιστρέφει το χρυσάφι, αλλά και να προσφέρει ένα δώρο στο νεογέννητο. Τότε ο Αμάλ προσφέρει το δεκανίκι του. Κάνοντας αυτή την προσφορά, το ανάπηρο παιδί θεραπεύεται και αρχίζει να περπατά και να χορεύει. Ικετεύει μάλιστα τη μητέρα του να του επιτρέψει να ακολουθήσει τους Μάγους, να προσκυνήσει κι αυτός τον νεογέννητο θεό και να του χαρίσει το δεκανίκι. Η μητέρα δέχεται. Και καθώς φεύγουν για τη Βηθλεέμ, ο Αμάλ παίζει στη φλογέρα του το σκοπό της αρχής.

Πάντα μου άρεσαν τα παραμύθια που έχουν κάτι να πουν... Και τι ομορφότερο από τα παραμύθια που μελοποιούνται και ζωντανεύουν πάνω στη θεατρική σκηνή!

Ομολογώ ωστόσο —για πολλοστή φορά— πως, αν και κλασικός τραγουδιστής, η σχέση μου με την όπερα δεν είναι η καλύτερη. Ίσως γιατί πολλές φορές τα παραμύθια δε ζωντανεύουν όπως θα έπρεπε· κάποιες φορές ίσως δε ζωντανεύουν καν! Όταν όμως αυτό συμβεί, ένα μικρό θαύμα γεννιέται! Απαραίτητη —για μένα— προϋπόθεση είναι η μουσική, το λιμπρέτο και η σκηνοθεσία να δένουν αρμονικά μεταξύ τους, σα να αποτελούν πόνημα ενός και μόνο ανθρώπου.

Μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση είναι το φετινό δώρο που σας προσφέρω για τις γιορτές, και αυτή τη φορά θα σας πάρει τουλάχιστον 45 λεπτά για να το απολαύσετε. Το παραμύθι που μόλις διαβάσατε είναι η σύνοψη της χριστουγεννιάτικης όπερας για παιδιά (και όχι μόνο!) «Ο Αμάλ και οι νυχτερινοί επισκέπτες» (Amahl and the Night Visitors) του Gian Carlo Menotti (που έφυγε μόλις φέτος στα 95 του). Το έργο αυτό, αν και εξαιρετικά δημοφιλές στο εξωτερικό, είναι μάλλον άγνωστο στη χώρα μας. Έχει ανεβεί ωστόσο δύο τουλάχιστον φορές: το 1995 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (διεύθυνση: Αλέξανδρου Μυράτ – σκηνοθεσία: Βίκτωρ Αρδίττης – είχα την τύχη να το ζήσω «εκ των έσω» αυτό και το θυμάμαι με μεγάλη συγκίνηση!) και το 2003 από την Όπερα Θεσσαλονίκης στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (διεύθυνση: Γιώργος Βαγιανός – trailer εδώ).

Εσείς όμως θα έχετε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε μία από τις πρώτες τηλεοπτικές μεταδόσεις του έργου (για την τηλεόραση του NBC γράφτηκε ούτως ή άλλως), όπου —πέραν της μουσικής και του κειμένου— τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει ο ίδιος ο συνθέτης! Το αποτέλεσμα είναι τουλάχιστον μαγικό!!! Βέβαια, ο ήχος είναι κάπως ταλαιπωρημένος και δεν υπάρχουν υπότιτλοι· μην ανησυχείτε όμως, έχω φροντίσει και γι' αυτό – κατεβάστε αυτό.

Ιδού και το βίντεο. Προτιμήστε να το δείτε σε πλήρη οθόνη, κάνοντας κλικ έκκεντρα στην εικόνα και μετά πατώντας το κάτω δεξί κουμπί στο νέο παράθυρο που εμφανίζεται.



Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω τον —άγνωστό μου— dante, αφού στο blog του ανακάλυψα προ ημερών την ύπαρξη αυτού του ιστορικού βίντεο και δεν πίστευα στα μάτια μου που το έβλεπα ολόκληρο! Και ομολογώ πως, όχι μόνο με πρόλαβε ως προς το θέμα, αλλά έκανε και εξαιρετική δουλειά σε επίπεδο πληροφοριών. Σας καλώ να επισκεφτείτε και το δικό του post.

Ευχές σε όλους!

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

Πράγματα αυτονόητα...



Πολλά πράγματα θεωρούνται αυτονόητα στο τραγούδι. Και δεν είναι!

Όλοι εμείς που έχουμε διδαχτεί την αποκαλούμενη κλασική φωνητική τοποθέτηση —αυτοχρισθέντες απόγονοι των γενεών του bel canto— είμαστε κολλημένοι (άρα και ασφαλείς) μ' έναν συγκεκριμένο τρόπο· συνήθως και μ' ένα στυλ. Πολλές φορές δε δεχόμαστε ακόμα και τις παρεμφερείς τεχνικά και υφολογικά «σχολές» του θεατρικού τραγουδιού ή του μιούζικαλ, πόσο μάλλον του λαϊκού ή του παραδοσιακού τραγουδιού.

Βέβαια, η κλασική τεχνική δεν προέκυψε χωρίς λόγο. Ακολούθησε τις ανάγκες του ύφους και των συνθηκών (βλ. μεγάλα θέατρα και συνοδεύουσες ορχήστρες...) της λόγιας δυτικοευρωπαϊκής δημιουργίας. Αυτό όμως δεν την καθιστά ούτε μοναδική ούτε ιδανική! Ακούστε τραγουδιστές άλλων πολιτισμών και θα βρείτε ένα σωρό τεχνικές και υφολογικές διαφορές, αναλλοίωτες σχεδόν από το πέρασμα των ετών (άρα δοκιμασμένες και εξυπηρετικές προς το σκοπό τους).

Τώρα... θα μου πείτε «καλά, εμένα τον κλασικό ή τον ροκ τραγουδιστή πόσο θα μπορούσαν να μ' ενδιαφέρουν τέτοιες τεχνικές που δημιουργήθηκαν για να υπηρετήσουν συγκεκριμένα μουσικά ιδιώματα;» – και σας απαντώ: «απίστευτα πολύ!». Γιατί;

Πρώτα-πρώτα, σας δίνουν μια μοναδική ευκαιρία να διαχωρίσετε τι είναι αυτό που κάνετε με τη φωνή σας και τι είναι αυτό που δεν κάνετε· τι είναι αυτό που ελέγχετε και τι είναι αυτό που δεν ελέγχετε. Σας δείχνουν δρόμους για να πετύχετε ένα πράγμα με άλλο τρόπο ή ένα διαφορετικό πράγμα με τον ίδιο τρόπο. Σας βγάζουν από αδιέξοδα που σίγουρα κάποια στιγμή θα συναντήσετε σε κάποιο παράξενο πρωτοποριακό έργο. Σας ανοίγουν τους ορίζοντες των —συνήθως ιδιαίτερα στυλιζαρισμένων— φράσεών σας και σας προσφέρουν την ευκαιρία να αναζητήσετε το δικό σας ιδιαίτερο και προσωπικό στυλ, αυτό που θα σας κάνει να ξεχωρίζετε από τους συναδέλφους σας. Σας ανοίγουν την όρεξη για ν' αυτοσχεδιάσετε, να δημιουργήσετε και να πάτε τη φωνητική μουσική ένα βήμα πιο πέρα.



Η Γυναικεία Χορωδία της Βουλγαρικής Κρατικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης —που βλέπετε στο παραπάνω βίντεο* και ακούτε σήμερα στο blog— είναι ένα ζωντανό παράδειγμα μιας τέτοιας πορείας στη φωνητική μουσική. Γνωστότερη δισκογραφικά ως Le Mystère des Voix Bulgares (Το Μυστήριο των Βουλγαρικών Φωνών) ιδρύθηκε το 1952 και έλαμψε διεθνώς από τη δεκαετία του '80 και μετά. Μετά το 1990 διασπάστηκε σε δύο σχήματα που διέγραψαν παρεμφερή τροχιά: το Le Mystère des Voix Bulgares (πλέον μετονομάστηκε σε The Great Voices of Bulgaria και περιλαμβάνει —εκτός του γυναικείου παραδοσιακού— ένα ανδρικό κλασικό κι ένα μικτό κλασικο-παραδοσιακό σύνολο!) και το Angelite – The Bulgarian Voices.

Αυτό που κάνει τις Βουλγάρικες Φωνές και τα παράγωγά τους σχήματα ξεχωριστά είναι ότι δε δίστασαν να επενδύσουν πάνω στις τοπικές παραδοσιακές τεχνικές και αισθητικές για να παρουσιάσουν μία σύγχρονη πρόταση που εμπεριέχει —μαζί με τα καλύτερα κομμάτια της παράδοσης— όλα εκείνα τα ενδιαφέροντα στοιχεία της δυτικής πολυφωνίας και την έμπνευση των εγχώριων συνθετών και διασκευαστών. Και σκεφτείτε ότι το όλο εγχείρημα ξεκίνησε ως μια κρατική ραδιοφωνική χορωδία (κάτι εντελώς διαφορετικό ως αντίληψη από την καθαρά δυτικότροπη Χορωδία της ΕΡΤ...).

_______

* Προσέξτε την επιλογή του τρίτου κομματιού του προγράμματος στο βίντεο. Ίσως το βρείτε κιτς. Σε μένα φαίνεται ως μια προτροπή προς το αμερικανικό κοινό που παρακολούθησε τη συγκεκριμένη εκπομπή να ξεφύγει από τα στερεότυπα και να δει το δεδομένο του μουσικού ύφους ως μη αυτονόητο. Εν τέλει, δείτε το και ως βουλγαρικό χιούμορ...! ;-) Προσέξτε επίσης και το παραδοσιακό κούρδισμα του δεύτερου κομματιού· σας φαίνεται φάλτσο στην πολυφωνία; σ' εμένα ακούγεται εξαιρετικά ενδιαφέρον! :-)

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Lachrimae or Seaven Teares



Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι... πόσες και πόσες φορές η θλίψη δεν έφερε τη δημιουργία...;

Πάνω στη θλίψη δε χτίστηκε ο κόσμος...; Πάνω στη θλίψη δε χτίστηκε η μουσική...;

Ή μήπως πάνω στη χαρά...;

[...]

John Dowland: Lachrimae or Seaven Teares, for 5 viols/violins & lute – Lachrimae antiquae (Jordi Savall).

Δανείστηκα μόνο τον τίτλο για το σημερινό post. Στο υπόβαθρο ακούγεται το Truman Sleeps του Philip Glass από τη μουσική της ταινίας The Truman Show του Peter Weir.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

Κερ-άσματα



Αν και ως Νίκων θα όφειλα να εορτάζω στις 26 Νοεμβρίου και ουχί σήμερον, εντούτοις —και κατόπιν απαιτήσεως των λατρευτών συνιστολόγων (co-bloggers)— δέχομαι με περισσή χαρά τις ευχές και σας προσφέρω ένα ψηφιακό κατιτίς.

Κι επειδή τα παραπάνω γλυκίσματα δε φτάνουν παρά να ικανοποιήσουν μονάχα τη λαίμαργη όρασή σας, αφιερώνω σε όλους σας μία αγαπημένη μουσική που ξαναθυμήθηκα χτες μετά από πολύ-πολύ καιρό και σκέφτηκα να τη μοιραστώ μαζί σας.

Ακούτε την άρια Měsíčku na nebi hlubokém από την όπερα Rusalka του Antonín Dvořák (Άντονιν Ντβόρζακ, IPA: [ˈantoɲiːn ˈdvor̝aːk]). Αν δεν κάνω λάθος, ερμηνεύει η Anna Netrebko.


Οι στίχοι στην τσέχικη γλώσσα έχουν ως εξής:

Měsíčku na nebi hlubokém,
světlo tvé daleko vidí,
po světě bloudíš širokém,
díváš se v příbytky lidí.

Měsíčku, postůj chvíli,
řekni mi, řekni, kde je můj milý!
Řekni mu, stříbrný měsíčku,
mé že jej objímá rámě,
aby si alespoň chviličku
vzpomenul ve snění na mne.
Zasvěť mu do daleka, Zasvěť mu
řekni mu, řekni, kdo tu naň čeká!
O mně-li, duše lidská sní,
ať se tou vzpomínkou vzbudí;
měsíčku, nezhasni, nezhasni!



Οδηγό της τσέχικης προφοράς βάσει του Διεθνούς Φωνητικού Αλφαβήτου (IPA) θα βρείτε εδώ.


Βρήκα και μια απόδοση στα Αγγλικά:

O moon high up in the deep, deep sky,
Your light sees far away regions,
You travel round the wide,
Wide world peering into human dwellings

O, moon, stand still for a moment,
Tell me, ah, tell me where is my lover!
Tell him. please, silvery moon in the sky,
That I am hugging him firmly,
That he should for at least a while
Remember his dreams!
Light up his far away place,
Tell him, ah, tell him who is here waiting!
If he is dreaming about me,
May this remembrance waken him!
O, moon, don't disappear, disappear!

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Sweet intoxication!



Ορισμένες μουσικές είναι εξαρτησιογόνες. Τις βάζεις στο repeat και δεν τις χορταίνεις· κι όταν «φτιαχτείς», θέλεις κι άλλες, κι άλλες – εφάμιλλες ή πιο ισχυρές. Γίνεσαι ένας τοξικομανής· γιατί οι «ουσίες» της μουσικής είναι γλυκιές και άκρως τοξικές! Μεταλλάσσουν ανεπιστρεπτί την καρδιά σου, την ψυχή και το μυαλό σου... Τίποτα πια δε φαίνεται ίδιο!

Κάποια στιγμή, οι «μουσικές ουσίες» που μπορείς να προμηθευτείς δεν αρκούν και αρχίζεις τις δημιουργικές προσμίξεις και τις αλχημείες. Φτιάχνεις τις δικές σου παραλλαγές, ελπίζοντας να σε «ανεβάσουν» το ίδιο – αν όχι καλύτερα.

Δεν είναι πάντα πρωτότυπα αυτά τα παρασκευάσματα· πολλές φορές θυμίζουν γεύσεις με τις οποίες είσαι πολύ δεμένος. Αλλά τι σε νοιάζει! Σκοπός είναι να φτιάξεις μια «μουσική δόση» που θα σε πάει «αλλού»!!!

Κι όπως είσαι ον κοινωνικό, θέλεις αυτές τις «δόσεις» να τις μοιράζεσαι, είτε τις βρήκες έτοιμες είτε τις έφτιαξες μόνος σου. Θέλεις εκείνοι που αγαπάς και που μοιράζεσαι μαζί τους το ίδιο πάθος να γεύονται την ίδια ευφορία με σένα. Χαρίζεις τις «δόσεις» σου – μερικές φορές τις πουλάς· για ν' αγοράσεις άλλες ή για να επιβιώσεις (...).

Το παράξενο της υπόθεσης είναι ότι, εάν βάλεις κάτω και αναλύσεις αυτές τις «ουσίες», κάποιες φορές συναντάς πολυσύνθετες ενώσεις κι άλλες πάλι τα πιο απλά και συνηθισμένα υλικά! Κι όμως, το αποτέλεσμα που επιφέρουν είναι συχνά ισοδύναμο! Τι να 'ναι άραγε αυτό που τις κάνει εξίσου εθιστικές...;

Δεν ξέρω σίγουρα. Μάλλον είναι η ειλικρίνεια που μεταδίδουν. Μάλλον το ότι μεταδίδουν κάτι. Μάλλον το ότι δε φτιάχτηκαν για την ανάγκη της δημιουργίας, αλλά για να δημιουργήσουν —ή να βγάλουν στην επιφάνεια— μια ανάγκη· την ανάγκη της επικοινωνίας με τους άλλους· την ανάγκη της επικοινωνίας με τον εαυτό μας.

_______

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε με αφορμή μια συζήτηση στο ιστολόγιο του συνθέτη dsyk. Ο τίτλος “Sweet intoxication!” («γλυκιά τοξίνωση!») είναι δανεισμένος από στίχο του δημοφιλούς μιούζικαλ «Το Φάντασμα της Όπερας».


Andrew Lloyd Webber: The Music of the Night
[The Phantom of the Opera (1986)]

Scene 5
BEYOND THE LAKE THE NEXT MORNING

(Finally they arrive in the PHANTOM'S lair. Downstage
The candles in the lake lift up revealing giant
Candelabrums outlining the space. The boat turns into a
Bed. There is a huge pipe organ. The PHANTOM sits at
The organ and takes over the accompaniment)

PHANTOM
I have brought you
To the seat of sweet
Music's throne...
To this kingdom
Where all must pay
Homage to music...
Music...

You have come here,
For one purpose,
And one alone...
Since the moment
I first heard you sing,
I have needed
You with me,
To serve me, to sing,
For my music...
My music...

(changing mood)

Night-time sharpens,
Heightens each sensation...
Darkness stirs and
Wakes imagination...
Silently the senses
Abandon their defences...

Slowly, gently
Night unfurls its splendour...
Grasp it, sense it -
Tremulous and tender...
Turn your face away
From the garish light of day,
Turn your thoughts away
From cold, unfeeling light -
And listen to
The music of the night...

Close your eyes
And surrender to your
Darkest dreams!
Purge your thoughts
Of the life
You knew before!
Close your eyes,
Let your spirit
Start to soar!
And you'll live
As you've never
Lived before...

Softly, deftly,
Music shall surround you...
Feel it, hear it,
Closing in around you...
Open up your mind,
Let your fantasies unwind,
In this darkness which
You know you cannot fight -
The darkness of
The music of the night...

Let your mind
Start a journey through a
Strange new world!
Leave all thoughts
Of the world
You knew before!
Let your soul
Take you where you
Long to be!
Only then
Can you belong
To me...

Floating, falling,
Sweet intoxication!
Touch me, trust me
Savour each sensation!
Let the dream begin,
Let your darker side give in
To the power of the music that I write -
The power of the music of the night...

(During all this, the PHANTOM has conditioned
CHRISTINE to the coldness of his touch and her fingers
Are brave enough to stray to his mask and caress it, with
No hint of removing it. The PHANTOM leads her to a
Large mirror from which he removes a dust cover and in
Which we see the image of CHRISTINE, a perfect wax-
Face impression, wearing a wedding gown. CHRISTINE
Moves slowly towards it when suddenly the image thrusts
Its hands through the mirror towards her She faints. The
PHANTOM catches her and carries her to the bed, where
He lays her down.)

PHANTOM
You alone can make my song take flight -
Help me make the music of the night...

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

«Ο κύκλος των χαμένων τραγουδιστών»



Carpe Diem! Seize the day, lads! Make your lives extraordinary!

Carpe Diem! Αδράξτε την ημέρα, λεβέντες! Κάντε τις ζωές σας εξαιρετικές!


—John Keating (Robin Williams), στην ταινία Dead Poets Society (Ο κύκλος των χαμένων ποιητών) του Peter Weir.

Γεννηθήκαμε τραγουδώντας. Κανείς δε μας έδειξε πώς! Μόνοι μας βρήκαμε τον τρόπο, όπως και για να μιλήσουμε. Μόνοι μας βρήκαμε τις νότες, τις κλίμακες, τις σχέσεις, τις αρμονίες. Τις βρήκαμε μιμούμενοι· μιμούμενοι δημιουργικά, μιμούμενοι εν ευφορία.


Κάναμε συνειδητές επιλογές. Ακολουθήσαμε μουσικές, στυλ, ηχοχρώματα. Δουλέψαμε —ασυναίσθητα— τη φωνή μας ως όργανο· μιμηθήκαμε και τα όργανα με τη φωνή μας. Παίξαμε με τις ικανότητές της και διασκεδάσαμε μ' αυτές τους εαυτούς μας και τους άλλους!


Ανακαλύψαμε το έργο των σπουδαίων συνθετών. Γοητευτήκαμε από το συναίσθημα των μεγάλων ερμηνευτών και την επαφή τους με το κοινό. Λατρέψαμε τις μεγάλες αίθουσες αλλά και τα μικρά οικεία ακροατήρια. Πιστέψαμε ότι με το τραγούδι μπορούσαμε να αλλάξουμε τον κόσμο!


Και τότε... θελήσαμε να πάμε ένα βήμα μπροστά· και αναζητήσαμε καθοδηγητή...


Εκείνος μας εξήγησε πως ό,τι κάναμε μέχρι τότε ήταν σε λάθος δρόμο και μας επέβαλε ένα νέο ξεκίνημα, με μια φωνή «άγραφο χαρτί». Παραξενευτήκαμε (όλοι μας!) αλλά τον εμπιστευτήκαμε. Αποδεχτήκαμε ότι αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να προσεγγίσουμε τα «μεγάλα πράγματα»!


Ξεχάσαμε το συναίσθημα· ξεχάσαμε το κοινό· ξεχάσαμε τους συνθέτες που αγαπήσαμε. Ξεχάσαμε τις μουσικές, τα στυλ, τα ηχοχρώματα και τα όργανα που μιμηθήκαμε. Ξεχάσαμε τις αρμονίες, τις κλίμακες και τις νότες εκείνες που μας συνέγειραν.


Και μείναμε μόνοι, μπροστά σ' ένα κομμάτι χαρτί κι ένα πιάνο αποκούμπι, να προσπαθούμε να ξαναδημιουργήσουμε τον κόσμο από το μηδέν, ωσάν να ήμασταν θεοί πριν πλάσουμε το σύμπαν.


Και μας έδειξαν άλλες νότες κι άλλες κλίμακες, άλλες τεχνικές κι άλλα στυλ, άλλους συνθέτες κι άλλα συναισθήματα. Σημαντικά όλα· δε λέω. Αποκομμένα, όμως, από εκείνα που λατρέψαμε, εκείνα που εξερευνήσαμε μεγαλώνοντας.


Και γίναμε διαφορετικοί· άλλοι άνθρωποι. Και προσπαθήσαμε να πείσουμε για τον καινούριο μας εαυτό και να τον προβάλλουμε ως σημαντικότερο του παλιού...


Ελάχιστοι, όμως, μας ακολούθησαν. Ελάχιστοι πραγματικά! Οι περισσότεροι έμειναν κοντά μας από οίκτο για την υπεράνθρωπη προσπάθεια που καταβάλαμε και από δέος μπροστά σε μια «υψηλή τέχνη» που ποτέ τους δεν κατάλαβαν!


Μείναμε μόνοι, τελικά· αφιερωμένοι σε ένα αντικείμενο χωρίς αποδέκτη και γεμάτοι απωθημένα για όλα όσα δεν κάναμε και για όσα δε θα καταφέρναμε ποτέ να πετύχουμε χωρίς κοινό.


Κι όχι μόνο μόνοι, αλλά και κουρασμένοι· γιατί μέσα σ' όλη ετούτη τη διαδικασία αρκετοί επιχειρήσαμε να ξαναξεκινήσουμε —υπό νέα καθοδήγηση— περισσότερες από μία φορές.


Κι η μοναξιά μας οδήγησε στη δημιουργία ενός κύκλου· ενός κύκλου φιλόδοξων ανθρώπων που, στα μάτια των υπολοίπων, κυνηγούν ανεμόμυλους· του «κύκλου των χαμένων τραγουδιστών».


Ο κύκλος αυτός δεν είχε ποτέ συγκεκριμένα μέλη. Καθένας μας μπορούσε κάποια στιγμή —λιγότερο ή περισσότερο— να νιώσει ότι ανήκε σ' αυτόν. Το χειρότερο όμως απ' όλα είναι ότι δεν έχει σκοπό. Η μοναξιά μάς έκανε να είμαστε επιφυλακτικοί και ανταγωνιστικοί απέναντι στους ομοίους μας. Και χωρίς τη δική μας πρώτα εμπιστοσύνη κανένας στόχος δεν επιτυγχάνεται· ούτε καν καθορίζεται!


Όμως το πιο παράξενο απ' όλα είναι τούτο: ο κύκλος, πολύ πριν γεμίσει από μας, είχε κι άλλα μέλη· γνώριμα μέλη· τους καθοδηγητές μας. Μήπως αυτό σημαίνει πως κι εμείς με τη σειρά μας θα εντάξουμε εν καιρώ νέα μέλη (μαθητές μας) σ' αυτόν τον κύκλο χωρίς σκοπό, που μέρα με τη μέρα ολοένα και μεγαλώνει;


Τι κάνει ο καθένας από μας γι' αυτό; Τι μπορεί να κάνει καθένας από μας; Τι μπορεί να καταφέρει; Ο κύκλος είναι ευρύς και δυσκίνητος. Οποιοσδήποτε επιχειρήσει μόνος μοιραία θα καταποντιστεί. Αν όμως η εμπιστοσύνη ξεκινήσει να εγκαθίσταται λίγο-λίγο, πρόσωπο με πρόσωπο, ομάδα με ομάδα, ίσως να υπάρχει κάποια λύσις...


Ας αδράξουμε, λοιπόν, την ημέρα κι ας [ξανά-]κάνουμε τις [μουσικές] ζωές μας εξαιρετικές!


_______

Οι παραπάνω σκέψεις ασφαλώς δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο των εν Ελλάδι τραγουδιστών και καθηγητών αλλά μια —ουκ ευκαταφρόνητη— μερίδα τους. Αφιερώνονται δε εξαιρετικά σ' εκείνους που θα αναγνωρίσουν κομμάτια της ζωής τους μέσα σ' αυτές.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Άτιμη Dessay...! ;-)



Το βίντεο είναι παλιούτσικο (και ταλαιπωρημένο), αλλά σήμερα είμαι σε μεγάλα κέφια και δεν το χορταίνω!

Η εκπληκτική Natalie Dessay, που ξεκίνησε ως ηθοποιός (!) πριν την κερδίσει η όπερα, τραγουδά Tornami a vagheggiar από την Alcina του Handel. Συνοδεύουν οι —επίσης αγαπημένοι— Les Arts Florissants του William Christie (Παρίσι, 1999).

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Θεωρία και πράξη· θεωρία στην πράξη



Θεωρία της Μουσικής: «Ε, εντάξει...» λένε οι περισσότεροι μουσικοί (ειδικά οι τραγουδιστές!) και την προσπερνούν, τόσο ως μαθητές, όσο και αργότερα ως καθηγητές. Οι πρώτοι τη βλέπουν ως το τυπικό, το αναγκαίο κακό μιας αποστειρωμένης μουσικής πράξης. Οι δεύτεροι ως ελαφρύ ξεκίνημα ή ως ξεπεσμό στην καριέρα τους (όταν δεν τους αναθέτουν πια τα βαρύγδουπα μαθήματα της Αρμονίας ή της Αντίστιξης).

Πόσοι, όμως, απ' όλους αυτούς έχουν πραγματικά σταθεί στην ουσία της Μουσικής Θεωρίας; Όχι πολλοί. Κι αυτοί συνήθως εκ των υστέρων. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που ένας ευσυνείδητος μουσικός θα χρειαστεί να ανατρέξει στο βιβλίο «απ' τα παλιά» για να διαλευκάνει κάποιο σύμβολο που δε «θυμάται», κάποιον παράξενο ρυθμικό ή δυναμικό χαρακτηρισμό...

Δε φταίει αυτός όμως. Ούτε ο δάσκαλός του συνήθως. Το εκπαιδευτικό υλικό που κυκλοφορούσε (και κυκλοφορεί ακόμη, δυστυχώς...) επί σειρά ετών έχει κιτρινισμένες τις σελίδες και το άρωμα της μούχλας του περασμένου αιώνα. Ίσως για τότε —και για τη μουσική της εποχής εκείνης— να ήταν υπεραρκετό. Άλλωστε, το βιβλίο ήταν μάλλον επικουρικό μιας δασκαλοκεντρικού τύπου εκπαίδευσης. Με τίποτε, όμως, ένα τέτοιο υλικό δε μπορεί να ανταποκριθεί στις παιδαγωγικές ανάγκες και πρακτικές του σήμερα· πρακτικές με λειτουργικό και βιωματικό χαρακτήρα, πρακτικές που ενώνουν τις συμβατικές αρχές και τους κανόνες με την πράξη —την ιστορική και τη σύγχρονη— της μουσικής ζωής.

Με λίγα λόγια, αυτό που έλειπε (για την Ελλάδα μιλάω κυρίως) όλα αυτά τα χρόνια ήταν μία μέθοδος διασύνδεσης της Μουσικής Θεωρίας με το «από» και το «προς» αυτήν, δηλαδή με την πρακτική αναγνώριση και καταγραφή των θεωρητικών φαινομένων και την αναδημιουργία τους μέσα από τη μουσική γραφή. Έτσι, ενώ τα μαθήματα της μουσικής υπαγόρευσης (dictée) και ανάγνωσης (σολφέζ) υπήρχαν πάντα αυτόνομα, κανείς δεν αντιμετώπιζε τη Θεωρία ως το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα δύο αυτά και ως έναν κοινό τόπο ουσιαστικής επικοινωνίας των απανταχού μουσικών.

Με μεγάλη μου χαρά βλέπω ότι αυτό το κατεστημένο αρχίζει να σπάει μέρα με τη μέρα και σκοπεύω από καρδιάς να σταθώ πλάι σε όσους πρωτοπόρους χαράζουν δρόμους σε αυτή την κατεύθυνση. Ένας από αυτούς τους νέους ανθρώπους που ανακάλυψα πρόσφατα είναι η Χρύσα Κίτσιου, με το βιβλίο της Θεωρία της Μουσικής, σολφέζ, καλλιέργεια ακουστικών ικανοτήτων, που κυκλοφορεί —ήδη στη δεύτερή του έκδοση— σε όλα τα ενημερωμένα μουσικά καταστήματα της χώρας.

Εύχομαι το πνεύμα αυτό να διαποτίσει και τη συγγραφή των υπολοίπων θεωρητικών εγχειριδίων που θα δούμε στα ωδεία και τα μουσικά σχολεία τα χρόνια που μας έρχονται.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Θυμώνω...



ΘΥΜΩΝΩ. Θυμώνω πολύ. Θυμώνω πολύ όταν βλέπω μουσικούς να αγνοούν τις επιθυμίες των συνθετών επειδή απλά «δεν τους βολεύει»... Και ειδικά όταν αυτοί λέγονται «μαέστροι» και βαφτίζουν την αυθαιρεσία «άποψη»!

Και καλά, το συνθέτη δεν τον σέβονται. Το κοινό τους όμως...; Δεν το υπολογίζουν...; Δεν τους ενδιαφέρει ποτέ αν αυτό που θα βγει να είναι γνήσιο και αληθινό;

...

Ή μήπως απλά ζούνε στην κοσμάρα τους...;

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Υπό το πρίσμα του Arvo...



I could compare my music to white light which contains all colours. Only a prism can divide the colours and make them appear; this prism could be the spirit of the listener.

Θα μπορούσα να συγκρίνω τη μουσική μου με το λευκό φως, που εμπεριέχει όλα τα χρώματα. Μόνο ένα πρίσμα μπορεί να διαχωρίσει τα χρώματα και να τα κάνει να ξεπροβάλλουν· τέτοιο πρίσμα θα μπορούσε να είναι το πνεύμα του ακροατή.


Arvo Pärt (Άρβο Περτ, IPA: [ˈɑr̺vɔ ˈpær̺t])

Από τα χρώματα που συνθέτουν το λευκό φως διάλεξα όταν ξεκίνησα το blog μου· διάλεξα ως βασικό εκείνο ακριβώς που απεικονίζεται και στο εξώφυλλο ενός από τους πιο αγνούς δίσκους που έχω ακούσει και λατρέψει έως τώρα. Διάλεξα κι ένα κομμάτι από 'κει, ως το πρώτο που θα ακουγόταν στο blog και που θα υποδήλωνε το αγνό των προθέσεών μου. Ελάχιστοι το άκουσαν τότε βέβαια· το επαναφέρω, λοιπόν...

Για το συνθέτη δε γνωρίζω πολλά, ούτε σκοπεύω να το παίξω «ειδήμων». Τον εξερευνώ κι εγώ μαζί σας, μέσα από κείμενα, εικόνες, βίντεο... και φυσικά μουσικές. Ωστόσο, δε μπορώ να μη μιλήσω γι' αυτή τη μειλίχια φατσούλα, τα λίγα αλλά σοφά του λόγια κι εκείνους τους ήχους που επηρέασαν κατά πολύ τον τρόπο που αντιμετωπίζω τη μουσική στη ζωή μου.

Με λίγα λόγια, αυτό που μου έχει μείνει από την έως τώρα —μικρή ομολογουμένως— γνωριμία μου με το συνθέτη είναι η αλήθεια των προθέσεων. Μια μουσική απογυμνωμένη από καθετί το περιττό και το επιτηδευμένο δε μπορεί να λέει ψέμματα. Μπορεί μόνο να μιλάει κατευθείαν στην ψυχή μας.



Ελάτε να το ψάξουμε περισσότερο· μαζί. Αφού κλείσετε τη μουσική του υποβάθρου (background ελληνιστί...), ξεκινήστε από αυτό το μικρό διαφημιστικό της Naxos – μια ωραιότατη παρουσίαση της ζωής και του έργου του Arvo Pärt σε 20 μόλις λεπτά, με ενδεικτικά αποσπάσματα από τη μουσική του.


powered by ODEO

Εναλλακτικά, μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ.

Δείτε και δύο αποσπάσματα από μία πολύ ενδιαφέρουσα εκπομπή που παρουσίασε η αγαπημένη Björk στο BBC το 1997 πάνω στη φιλοσοφία των λεγόμενων σύγχρονων μινιμαλιστών, με συνεντεύξεις ορισμένων μουσικών – μεταξύ αυτών και του Pärt:
Στο YouTube θα βρείτε ακόμη και κάποια αποσπάσματα από ένα μεγαλύτερο ντοκιμαντέρ:
Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία για το συνθέτη και το έργο του υπάρχουν στα:
Το μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας του βρίσκεται στην ECM – αλλά όχι μόνο. Ρίξτε μια ματιά και στο Amazon...

_______

Ζητώ ταπεινά την επιείκεια των μη αγγλομαθών, μια που σχεδόν όλα τα links που δίνω απαιτούν μια αξιοπρεπή γνώση της αγγλικής. Είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο και χρονοβόρο να μεταφράσω έστω και μικρό μέρος τους...

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

Καλύτερο κι απ' το σεξ!



Μα... υπάρχει τίποτε καλύτερο απ' το σεξ...; Κι όμως, για τους μουσικούς υπάρχει και δεν είναι άλλο από αυτή την ιδιαίτερη επαφή που έχουν δύο μουσικοί όταν παίζουν μαζί. Είναι κάποιες στιγμές —κι όχι απαραίτητα σε συναυλίες— που ένας μουσικός μπορεί να μιλήσει κατευθείαν στην ψυχή του άλλου, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, κοινωνικής σχέσης ή χρόνου γνωριμίας· στιγμές μαγικές που κάθε μουσικός έχει αισθανθεί μία ή περισσότερες φορές στη ζωή του· στιγμές που κάνουν όλα τα άλλα πράγματα (ακόμα και την ερωτική συνεύρεση) να φαίνονται εξαιρετικά γήινα και πεπερασμένα!

Δείτε το παραπάνω βίντεο για να πειστείτε. [Το δεύτερο μέρος από το κονσέρτο για δύο βιολιά σε ρε ελάσσονα του Μπαχ ερμηνεύουν η Rachel Podger και ο Andrew Manze με την Ακαδημία Παλιάς Μουσικής στα BBC Proms.] Προσέξτε τις ματιές· δεν είναι απαραίτητες, ούτε για το συντονισμό ούτε για την ψυχική επικοινωνία. Υπάρχουν, όμως, σα να 'ναι μια διαβεβαίωση, μια υπόσχεση του ενός προς τον άλλο ότι το «κανάλι» της επαφής χωράει κι άλλο «υλικό». Κι αυτό τις κάνει πιο ουσιαστικές!

...

Καταλαβαίνετε τώρα γιατί οι μουσικοί ζευγαρώνουν συνήθως με μουσικούς... Έχοντας βιώσει μια τέτοιου είδους επαφή, δε διανοούνται να φανταστούν ότι μια ερωτική τους σχέση θα είναι πλήρης χωρίς την περιλαμβάνει. Τώρα... το γεγονός ότι πολλές απ' αυτές τις σχέσεις αποτυγχάνουν... είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία.......

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Ο «ταξιδιωτικός οδηγός» μιας μουσικής φράσης



Αναρωτιόμαστε πολλές φορές, εμείς οι τραγουδιστές, γιατί το κοινό δε μας δίνει τη σημασία που θα θέλαμε. Ας μην κρυβόμαστε, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις σε μας ή σε συναδέλφους που το κοινό δεν εκστασιάζεται όπως θα περιμέναμε αλλά απλά αρκείται σε φιλοφρονήσεις και ορισμένους τεχνικούς χαρακτηρισμούς προκειμένου να κρύψει τη βαρεμάρα του γι' αυτά που άκουσε. Δε μιλώ για τους συναδέλφους που έρχονται κατά καιρούς ν' ακούσουν τη δουλειά μας – μιλώ για τους μη μουσικούς, τους απλούς ακροατές. Κι αυτό γιατί οι συνάδελφοι δε ακούν σχεδόν ποτέ το αποτέλεσμα με το αυτί «στην καρέκλα του θεατή» αλλά με το αυτί «στην κουίντα των παρασκηνίων».

Οι συνήθεις ανασφάλειές μας καταφέρνουν σχεδόν πάντα να μας οδηγούν στα λάθος συμπεράσματα. Τις περισσότερες φορές πιστεύουμε ότι δεν προσπαθήσαμε αρκετά. Άλλες πάλι φορές θεωρούμε το κοινό «μη μυημένο» – κάτι που δεν είναι φυσικά πέρα για πέρα ψευδές. Άλλες πάλι, περιμένουμε από τον κόσμο να αναγνωρίσει τις αρμονικές ή χρονικές δομές από τις οποίες γοητευτήκαμε μελετώντας το εκάστοτε έργο. Μόνο που... ο κόσμος δεν κρατά στα χέρια του την παρτιτούρα! Και ούτε ήρθε για να μελετήσει αλλά για να ακούσει!

Πόσο δύσκολο είναι αλήθεια να περάσεις στον κόσμο την αίσθηση που έχεις εσύ από την παρτιτούρα...! Και πόσο πιο δύσκολο είναι να αναδημιουργήσεις στην ψυχή του τη μουσική που κάποιος πίσω από αυτή την παρτιτούρα εμπνεύστηκε! Ή έστω ένα μέρος απ' αυτήν...

Ας μου επιτραπεί να κάνω μία μεγάλη παρένθεση και να τη χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα γι' αυτό που έχω μέσα στο μυαλό μου και θέλω να μοιραστώ μαζί σας. Σε όλους μας έχει τύχει να μας ρωτήσει κάποιος πώς να έρθει στο σπίτι μας. Κι εσείς κι εγώ έχουμε διαχωρίσει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: σ' εκείνους που κάνουν καλές περιγραφές και σ' εκείνους που... δεν κάνουν. Θέλω να πιστεύω —απ' όσο λένε οι φίλοι μου, δηλαδή— ότι ανήκω στην πρώτη μερίδα. Το έχω αναλύσει, όμως, και μπορώ ευθύς αμέσως να σας πω το γιατί. Ξεκινώ πάντα με την υπόθεση ότι ο αποδέκτης του δρομολογίου που θα περιγράψω είναι λευκό χαρτί. Δε θεωρώ ως δεδομένο ότι γνωρίζει την περιοχή, δε θεωρώ δεδομένο ότι γνωρίζει τους ίδιους βασικούς δρόμους που υποθέτω εγώ, δε θεωρώ δεδομένο ότι θα έρθει με συγκεκριμένο μέσο και από συγκεκριμένη κατεύθυνση. Και, αν δε μου καλύψει αυτές τις απορίες, ξεκινώ γενικά και δίνω επιλογές. Δεν ξεκινώ να λέω «μόλις περάσεις το φανάρι θα κάνεις αριστερά», χωρίς να ξέρω (ή να του εξηγήσω) αν θα έρθει από την άνοδο ή την κάθοδο της λεωφόρου και δε θα πω ποτέ γενικά ένα «απέναντι από το περίπτερο», τη στιγμή που το περίπτερο βρίσκεται σε γωνία και η έννοια «απέναντι» μπορεί να υποδηλώνει δύο διαφορετικές κατευθύνσεις —κάθετες μεταξύ τους— που εγώ μπορεί να μην τις έχω ποτέ σκεφτεί έτσι, βλέποντάς το μόνο από τη μεριά μου. Αντίστοιχα, απαιτώ κι εγώ (μάταια πολλές φορές – το ομολογώ και προτιμώ τους χάρτες!) έναν εφάμιλλο προσανατολισμό μου από τους άλλους και όχι ένα «μετά την πιτσαρία» που δε φαίνεται καθόλου όπως έρχομαι αλλά ο συνομιλητής μου την ξέρει γιατί από κει παραγγέλνει συνήθως...!

Τα ίδιο πράγμα ακριβώς συμβαίνει και στο τραγούδι (στη μουσική γενικότερα). Δείτε το καθαρά πρακτικά: ανεβαίνετε στη σκηνή για να τραγουδήσετε μία άρια. Δε θα παιχθεί όλη η όπερα – μόνο αυτή η άρια. Εσείς ξέρετε (ξέρετε;) τι έχει προηγηθεί στη σκηνή και πού θα οδηγήσει – το κοινό σας όμως όχι! Ε, εκτός αν είναι πολύ φαν της συγκεκριμένης όπερας. Τι θα κάνετε; Καλά, μπορείτε να του έχετε γράψει μια σύνοψη στο πρόγραμμα ή να του την περιγράψετε πριν το τραγούδι – αν και συνήθως αυτό χαλάει την ατμόσφαιρα της βραδιάς, αφού οι άνθρωποι ήρθαν ν' ακούσουν το τραγούδι σας και όχι το «μπλα-μπλα» σας! Μέχρι να τελειώσει η εισαγωγή και να βρεθείτε στην ατάκα σας, έχετε όλο το χρόνο να βιώσετε τη στιγμή σαν όλη η όπερα (πώς λέμε: η ζωή...) να πέρασε μπροστά από τα μάτια σας!!! Και ο θεατής αυτομάτως μπαίνει «μέσα», χωρίς περιλήψεις και χωρίς εξηγήσεις.

Μαγικό; Μπα... Εύκολο! Τα δύσκολα είναι αλλού. Πώς θα κάνεις τον ακροατή να αισθανθεί αυτό που εσύ βλέπεις σε μια παρτιτούρα (που εκείνος δεν έχει δει ποτέ) και εκείνο που ο συνθέτης προσπάθησε να περιγράψει; Δεν είναι κάπως σαν ο συνθέτης να μας έδωσε έναν —περισσότερο ή λιγότερο λεπτομερή— χάρτη για ένα μέρος που δεν έχουμε δει παρά μόνο από φωτογραφίες [δίσκους, συναυλίες άλλων] και εμείς να προσπαθούμε να δείξουμε με λόγια και κινήσεις στο κοινό πώς θα «ταξιδέψει» εκεί, πείθοντάς το μάλιστα ότι εμείς έχουμε ήδη φτάσει στον προορισμό και τον περιμένουμε;;;

Χμ... σας προβλημάτισα μάλλον... Κι όμως, υπάρχει τρόπος – πρακτικός μάλιστα. Απλώς, σπανίως μας τον διδάσκουν, για λόγους που μπορούν να αποτελέσουν μια άλλη ξεχωριστή συζήτηση. Και δεν είναι άλλος από το να σκεφτούμε τον ακροατή σαν ένα άγραφο χαρτί και να βάλουμε τον εαυτό μας στη θέση του συνθέτη. Οι περισσότεροι αθώοι και αδαείς περί τα μουσικά νομίζουν ότι μία σύνθεση χτίζεται στο χαρτί. Στο μυαλό χτίζεται. Όπως και το ποίημα ενός ποιητή. Και μετά γράφεται στο χαρτί (καμιά φορά περνάει κι από το οικείο όργανο του δημιουργού). Αν και... για να λέμε και του στραβού το δίκιο... το χαρτί (όπως και στην ποίηση) είναι συνήθως απαραίτητο σε μεγάλες δομές (εκτός αν είστε ο Μότσαρτ!). Και πάλι όμως, οι επιμέρους φράσεις ενός μουσικού οικοδομήματος περνούν πρώτα από το μυαλό του συνθέτη.*

Τώρα..., ανάλογα με το πόσο πρακτικός νους είναι ο συνθέτης, κάποια πράγματα τα αποτυπώνει στο χαρτί και κάποια άλλα τα εννοεί. Πάντα εκτιμούσα εκείνους τους συνθέτες που φρόντιζαν να σε κατατοπίζουν για κάθε διφορούμενο σημείο. Σκεφτείτε όμως πως οι περισσότεροι μεγάλοι δημιουργοί είχαν τους ερμηνευτές δίπλα τους και δεν υπολόγιζαν ότι τα γραπτά τους θα ταξίδευαν κάποτε στο χώρο και το χρόνο! Ειδικά στην παλιότερη μουσική αυτό. Έτσι, είμαστε υποχρεωμένοι να ερευνούμε τις ζωές τους και τις συνήθειες των εποχών προκειμένου να τους καταλάβουμε.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποια μικρά πραγματάκια που παραμένουν κοινά σε μία μελωδική γραμμή και που —ενώ θα έπρεπε να λειτουργούν αυτονόητα για μας— χάνονται μέσα στις μεγάλες δομές και στην προσπάθεια του τεχνικώς κατορθωτού. Οι μουσικοί αναφέρονται συνήθως σ' αυτά με τον όρο φραζάρισμα. Παραπλανητικός ο όρος...; Πιθανώς... Οι περισσότεροι τον καταλαβαίνουν μάλλον υπεραπλουστευμένα... οριοθετώντας απλά την αρχή και το τέλος κάθε μουσικής φράσης, άντε και το σημείο στο οποίο οδηγεί ή κορυφώνεται. Και η κάθε φράση ακούγεται σαν ένα παραλληλόγραμμο, ένα σχήμα με σαφείς ακμές, γωνίες και κέντρο, αλλά σχεδόν απίθανο να το συναντήσει κανείς στη φύση. Τι φταίει λοιπόν ο θεατής που βαριέται με αυτό που ακούει; Γιατί να μην ακολουθήσει κανείς μια πιο ελεύθερη καμπύλη (οι καμπύλες απαντώνται στη φύση κατά κόρον), με βάση το ρυθμό, το τονικό ή αρμονικό περιεχόμενο, την επαναληψιμότητα του περιεχομένου, το νόημα των στίχων (φυσικά!) και τη συνολική διάθεση της μουσικής και του κειμένου που τραγουδά;

Και γιατί να μη διακόψει, κιόλας, τη συνέχεια της μιας τέτοιας καμπύλης, ανεπαίσθητα, σαν το μολύβι του σκιτσογράφου που ζωγραφίζει έναν γρήγορο κύκλο... Έχετε δει μερικές φορές που το μολύβι ανασηκώνεται από την ταχύτητα και η καμπύλη του κύκλου αφήνει το χαρτί για λίγα χιλιοστά και το ξαναγγίζει λίγο πιο πέρα... Ε λοιπόν, εμείς μια χαρά τον βλέπουμε τον κύκλο, ακόμα και έτσι! Δείτε ένα μικρό παράδειγμα – έστω μία ελάχιστη μουσική φράση σε ντο μείζονα, αγωγή τριών τετάρτων, όλη σε τέταρτα και με την πρώτη νότα στην άρση:


[ treble clef, 3/4, do | re mi fa | sol ]
Προσέξτε ότι δε χρησιμοποίησα (επίτηδες) κανένα σημάδι σύζευξης, έκφρασης ή τονισμού. Φανταστείτε ότι αυτή η φράση είναι η εναρκτήρια ενός βαλς και ότι η ορχήστρα σας συνοδεύει σε ντο μείζονα γι' αυτά τα δύο πρώτα μέτρα. Για σφυρίξτε την. Για τραγουδήστε την τώρα – χωρίς να αναφέρετε τα ονόματα των φθόγγων, παρακαλώ. Δεν κάνουμε σολφέζ εδώ. Προτιμήστε ένα φωνήεν που σας προδιαθέτει εκφραστικά (συνήθως α ή ο). Αδιάφορο, ε...; Τώρα κολλήστε σύμφωνα στην αρχή (και στο τέλος, αν θέλετε) της κάθε νότας και γράψτε συνολικά τη φράση που τραγουδάτε στο χαρτί. Νομίζω πως φαντάζομαι τι έχετε κάνει. Να μαντέψω; Κάτι σαν: λα-λά-λα-λα-λά ή πα-πά-πα-πα-πά ή τα-τά-τα-τα-τά... Μμ... ναι, ίσως το λ να λειτουργεί κάπως επιβραδυντικά και προσωπικά θα το απέφευγα... αλλά ΟΚ. Σας αρέσει αυτό που ακούτε; Ή μήπως είναι λιγάκι βαρετό;;;

Να ρίξω κι εγώ μία ιδέα στο τραπέζι; Και θα σας την αναλύσω μετά. Τι θα λέγατε για ένα: παμ-τί-ραμ-ταν-τόμ; Εγώ σας το προτείνω ανεπιφύλακτα! Και εξηγούμαι. Διαλέγω ν' αρχίσω την πρώτη νότα (ντο) μ' ένα εμφατικό π και να διαχωρίσω τον εισαγγελτικό της ρόλο προς την επόμενη με ένα τελικό μ. Στη δεύτερη (ρε) προτιμώ ένα τονισμένο μακρό ι αντί του α, μιας και η νότα είναι μεν στη θέση του μέτρου (πράγμα που υποδηλώνεται από την πλήρη διάρκεια του φωνήεντός μου, απουσία τελικού συμφώνου) αλλά αισθάνομαι ότι ένα πιο κλειστό και οξύ φωνήεν ταιριάζει καλύτερα σε μια νότα εκτός συγχορδίας, μια επέρειση προς το επερχόμενο μι. Η τρίτη νότα (μι) είναι η λύση της επέρεισης και την ξεκινώ με ένα ρ ώστε να δεθεί επαρκώς με το προηγηθέν ρε, ενώ το α που ακολουθεί δίνει την αίσθηση της λύσης, χωρίς όμως να τονίζεται σε διάρκεια, κλείνοντας σύντομα σε ένα μ. Η τέταρτη νότα (φα) δεν είναι παρά μια άρση προς το τελικό σολ, πιο ισχυρή και διαρκής από το μι, αλλά που οδηγεί μ' ένα τελικό ν άμεσα μεν με σαφήνεια δε προς τον δεσπόζοντα φθόγγο της συγχορδίας. Αυτόν τον τελευταίο φθόγγο (σολ) τον θέλω πιο στρογγυλό, πιο καταληκτικό, ίσως μικρότερο από την ονομαστική του διάρκεια και με σαφές, μαλακό κλείσιμο – ένα καθαρό τ, ένα ο που είναι εκ των πραγμάτων πιο ασθενές κι ένα μ που τον κλείνει εγκαίρως κάνουν ωραιότατα τη δουλειά! :-) Θέλετε και το κερασάκι στην τούρτα; Κοντύνετε το ι, αφαιρέστε το ρ και ευθύς αμέσως έχετε το feeling ενός πραγματικού βιεννέζικου βαλς!!! Κρατήστε τώρα αυτή την αίσθηση και βάλτε ό,τι κείμενο θέλετε στο τραγουδάκι μας...!!!

Αυτό που φτιάχνω, λοιπόν, είναι μία φράση με αρχή, μέση και τέλος, με μια λογική πορεία αλλά και με την κάθε νότα να κρατά την αυτονομία και την ιδιαίτερη λειτουργία της. Αν ζητούσα μία καμπύλη που να περιέγραφε όλη αυτή τη λογική, σίγουρα δε θα ήταν μία τυπική legatura. Ωστόσο, ακόμα και με μία legatura γραμμένη πάνω από τις πέντε νότες, πιστεύω πως το φραζάρισμά μου δε θα ήταν πολύ διαφορετικό – ίσως με πιο συνοπτικές τις μεταβάσεις. Για μένα, η φυσική κατάσταση μιας μουσικής φράσης δεν είναι εξ ορισμού το legato, ούτε βέβαια μία τεμαχισμένη άρθρωση. Αφήστε που ο μεγαλύτερος φόβος που κρύβεται πίσω από ένα συνεχές legato είναι η στατικότητα της μουσικής. Δώστε σε δέκα τραγουδιστές να σας τραγουδήσουν ένα κρεσέντο σε τέσσερα διαδοχικά τέταρτα και στους περισσότερους απ' αυτούς θα ακούσετε μάλλον τέσσερα σκαλοπάτια διαφορετικής αλλά σταθερής δυναμικής παρά μία διαρκή αύξηση της έντασης που να μεταλαμπαδεύεται από νότα σε νότα. Δώστε τους πέντε ίδιες νότες στη σειρά και θα τις ακούσετε τόσο κολλημένες μεταξύ τους και τόσο αδιάφορες συνάμα, χωρίς να διακρίνεται ο λόγος που ο συνθέτης επέλεξε για την επανάληψη.

Φυσικά, όλα αυτά δεν ισχύουν μόνο στο τραγούδι αλλά και σε κάθε άλλο όργανο. Στα έγχορδα και στα πνευστά, μάλιστα, είναι πολύ πρακτικότερο να περιγράψει κανείς τη μουσική άρθρωση: το legato στα βιολιά γίνεται με ενιαία δοξαριά και στα πνευστά με ενιαία εκπνοή... Λιγότερο προνομιούχοι είναι σαφώς οι πιανίστες, αφού ο φθίνων κρουστός ήχος των χορδών τους απαιτεί μεγαλύτερη φαντασία ώστε να μιμηθεί κανείς την ευελιξία της άρθρωσης μιας ανθρώπινης φωνής ή των άλλων οργάνων. Πόσο ενδιαφέρον γι' αυτούς είναι να κατέχουν ένα ακόμη όργανο ή να τραγουδούν αυτά που πρόκειται να παίξουν!

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να ζητήσω συγνώμη από τους μην κατέχοντες τη μουσική ορολογία για το τεχνικό χαρακτήρα των παραπάνω παραγράφων – και γνωρίζω ότι με διαβάζουν αρκετοί απ' αυτούς. Όμως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιγράψω με σχετική συντομία τέτοια φαινόμενα χωρίς να μπω καθόλου σε χωράφια θεωρητικών και ορολογίας.

Το σημαντικότερο όλων —και σ' αυτό θέλω να καταλήξω— είναι ότι όλα αυτά τα περίεργα είναι εκείνα που κάνουν τη μουσική να ρέει, να μην είναι στατική, βαρετή και αδιάφορη για όλους εκείνους που θα τη γευτούν. Μερικές φορές, εμείς οι μουσικοί αρκούμαστε στο να κατηγορούμε τους γύρω μας ότι δεν καταλαβαίνουν, ότι δεν έχουν την παιδεία. Ας κοιταζόμαστε κάπου-κάπου, όμως, και στον καθρέφτη – όχι για να αυτοθαυμαστούμε αλλά για να διαγνώσουμε τα δικά μας λάθη, τις δικές μας παραλείψεις.

_______

* Ρε γαμώτο, η λέξη συνθέτης ποτέ δε μου άρεσε... Είναι σα να λες το ζωγράφο «μακετίστα»! Εντάξει, δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη, όλα κάπου προϋπάρχουν – αλλά η λέξη συνθέτης παραπέμπει σε κολάζ! Έλα όμως που το μουσουργός είναι μεγάλο και βαρύ και το δημιουργός παραπέμπει στα θεία...

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2007

Antoine Marchand – ένα λογοπαίγνιο απειλεί τις πολυεθνικές της δισκογραφίας;



Ο Antoine Marchand δεν είναι συνθέτης, ούτε ερμηνευτής – ούτε καν Γάλλος. Έχει όμως site! Το Antoine Marchand δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη γαλλική μετάφραση του ονόματος του Ολλανδού μαέστρου, τσεμπαλίστα και οργανίστα Ton [Anton] Koopman!!!

Το μεγάλο δάσκαλο της μπαρόκ μουσικής έτυχε να γνωρίσω από κοντά και σας διαβεβαιώ ότι δεν είχε τον παραμικρό λόγο να χρησιμοποιεί ψευδώνυμο. Η ιστορία του, όμως, έχει ως εξής: όταν η εταιρεία Warner, με την οποία ηχογραφούσε έως το 2001, «πάγωσε» ως μη εμπορικό το φιλόδοξο σχέδιο της δισκογραφικής καταγραφής του συνόλου των καντατών του Μπαχ, ο Koopman αυτονόμησε (κοινώς: την έκανε αλά γαλλικά!) και δημιούργησε τη δική του δισκογραφική εταιρεία. Και το όνομα αυτής λογοπαίγνιο: Antoine Marchand Records. Έτσι το εγχείρημα ολοκληρώθηκε, ενώ ξεκίνησε κι ένα νέο: η δισκογράφηση των απάντων του Buxtehude.

Ο Koopman δεν ήταν ο πρώτος —ούτε ο μόνος— που επέλεξε τον δρόμο της αυτοδιάθεσης. Πολλοί καλλιτέχνες πριν και μετά απ' αυτόν —ειδικά στην ποπ και ροκ μουσική—, αναγνωρίζοντας τη δύναμη του διαδικτύου, αποφάσισαν να παρακάμψουν τις πολυεθνικές και να διαθέσουν μόνοι τους (και με λιγότερο κερδοσκοπική λογική) τη μουσική τους παραγωγή απευθείας στο κοινό. Έτσι, οι δισκογραφικές άρχισαν να ανησυχούν και να αναζητούν συμβιβαστικές λύσεις (τύπου iTunes...).

Διαβάστε τώρα τρία σημερινά links της ηλεκτρονικής Καθημερινής (που στάθηκαν η αφορμή γι΄αυτό το post) κι ένα παλαιότερο του Βήματος, προκειμένου να σχηματίσετε μια πλήρη εικόνα του φαινομένου:
Μετά, περιπλανηθείτε στο We7, το πρόσφατο δημιούργημα του εξαιρετικού καλλιτέχνη Peter Gabriel (ιδρυτή του WOMAD και της Real World Records) και ξεκινήστε εσείς τη συζήτηση...

[Ακούστε το I Grieve από το album So του Peter Gabriel.]

_______

Εν αναμονή του νέου web radio που ετοιμάζει οσονούπω ο Θανάσης Χατζηθεωδωρίδης (δημιουργός του classicalmusic.gr), ενός ραδιοσταθμού που φιλοδοξεί να ανατρέψει τα δεδομένα της κλασικής μουσικής ακρόασης στην Ελλάδα, δείτε μερικά βιντεάκια του “Antoine Marchand”:
Όλα τα μέρη του Magnificat υπάρχουν εδώ και περισσότερα youtube videos εδώ.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Beatboxing


Youtube autoplay accessibility link
Το παραπάνω βίντεο αφιερώνεται με αγάπη στους φίλους που χρόνια προσπαθούν να κάνουν τα ντραμς με το στόμα – αλλά και σε όσους ζορίζονται με τη «φωνητική τοποθέτηση» και τα «περίεργα φωνήματα»...

Καλωσήρθατε στο μαγικό κόσμο του beatboxing!!!

[ΤΡΕΜΕ BOBBY McFERRIN!!! ;-) ]

Περισσότερα βίντεο εδώ. Μαθήματα εδώ!

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2007

Τραγουδώντας σε άγνωστη γλώσσα



Από μέρες ήθελα να μιλήσω για το αιώνιο ζήτημα που απασχολεί γενιές λυρικών τραγουδιστών... Μη σας πω από χρόνια! Σε κάθε στιγμή της μουσικής ζωής ενός τραγουδιστή ξεπροβάλλουν διαρκώς οι ίδιοι και οι ίδιοι προβληματισμοί: «πώς θα το προφέρω;», «προς θα το ερμηνεύσω;» – «πώς θα είμαι σίγουρος ότι το κάνω σωστά...;».

Εάν κάποιος ζει στην κεντροδυτική Ευρώπη, έχει συχνά την ευκαιρία να τραγουδά πράγματα στη μητρική του γλώσσα. Το ρεπερτόριο είναι άφθονο! Για μας εδώ τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα. Θα πρέπει να είμαστε εξοικειωμένοι τουλάχιστον με τα ιταλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά, για να μην προσθέσω τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, τα ρωσικά, τα ουγγρικά – ενίοτε και κάποιες βαλκανικές ή βόρειες γλώσσες. Και μαζί με όλα αυτά, δύο ειδικές περιπτώσεις: τα λατινικά (κατά κόρον στη θρησκευτική μουσική αλλά όχι μόνο) και τα αρχαία ελληνικά (σε κάποια σύγχρονα έργα κυρίως). Γι' αυτές τις δύο νεκρές γλώσσες το νήμα έχει κοπεί εδώ και αιώνες και δε σώζονται παρά μόνο στοιχεία τους σε ντοπιολαλιές και μελέτες των ερευνητών. Η λύση που έχει ασπαστεί διεθνώς ο μουσικός κόσμος είναι να τις προφέρει κατά την κοινή πρακτική της εποχής και του τόπου καταγωγής ή δράσης του εκάστοτε συνθέτη.

Οι συνάδελφοι του μη κλασικού ρεπερτορίου μας κοιτούν αιωνίως με απορία. Εκείνοι σπανίως μπαίνουν στον πειρασμό να ερμηνεύσουν ένα τραγούδι σε γλώσσα που δεν κατέχουν. Γιατί να το κάνουν άλλωστε! Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που μπορούν να τραγουδήσουν στη δική τους γλώσσα (ή στα αγγλικά που οι πιο πολλοί γνωρίζουν). Στο κλασικό τραγούδι, όμως, είναι πρακτικά αδύνατο να ασχοληθείς σοβαρά και να μην περάσεις από μία τουλάχιστον γλώσσα για την οποία δεν έχεις τη παραμικρή ιδέα.

Η παγκοσμιοποίηση της πολιτισμικής αγοράς [sic] επιβάλλει πλέον τη γνώση τουλάχιστον μίας ή δύο ακόμη γλωσσών για τους τραγουδιστές, πέραν της μητρικής τους. Παλιότερα, μπορούσες να είχες γεννηθεί Ιταλός και να μη χρειαζόταν να τραγουδήσεις ούτε μια νότα από τα Κατά Ματθαίον του Μπαχ. Σήμερα θεωρείσαι περιορισμένος με μια τέτοια επιλογή! Αναζητήθηκαν λύσεις, επομένως, πρακτικές λύσεις που να μπορούν να αποτελέσουν ένα συγκροτημένο αντικείμενο διδασκαλίας στις μουσικές σχολές ανά τον κόσμο. Έτσι, η προφορά / εκφορά των συνηθέστερων —μουσικά— ευρωπαϊκών γλωσσών και το διεθνές φωνητικό αλφάβητο αποτελούν πλέον ειδικό μάθημα στις περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές.

Βέβαια —και για να λέμε του στραβού το δίκιο—, είναι πρακτικά αδύνατο να τραγουδήσει κανείς μια ξένη γλώσσα τόσο καλά όσο κάποιος που τη μιλά ως μητρική. Όσο καλά κι αν την κατέχει, το γεγονός ότι είναι ξένος προς τη γλώσσα γίνεται εύκολα αναγνωρίσιμο από κάποιον που την γνωρίζει καλά. Ωστόσο, μια βαθιά γνώση της γλώσσας και των ιδιωματισμών της βοηθά την απελευθέρωση των εκφραστικών μέσων – και αυτό είναι ουσιαστικά το ζητούμενο στο τραγούδι.

Στην περίπτωση, όμως, που κάποιος επιχειρεί να τραγουδήσει σε μια γλώσσα άγνωστη, χρειάζεται μεγάλη υποστήριξη για να το πετύχει. Πρώτα απ' όλα χρειάζεται μια μετάφραση. Ή ακόμη καλύτερα δύο! Μία κατά λέξη, ώστε να μπορέσει να εντοπίσει τα ιδιαίτερα εκείνα σημεία του στίχου που υποστηρίζονται από το «μουσικό κείμενο», και μία ελεύθερη απόδοση, ώστε να είναι σε θέση να καταλάβει το γενικό κλίμα και την ιδιωματική γραφή του ποιητή. Ιδανικά, θα μπορούσε να συζητήσει το κείμενο μ' έναν εκ γενετής ομιλητή (native speaker), προκειμένου να εντοπίσει ευκολότερα τέτοιου είδους ιδιαιτερότητες. [Έχετε ανακαλύψει άραγε τους δύο πολύτιμους θησαυρούς για το κλασικό τραγούδι; Είναι το Aria Database και το The Lied and Art Song Texts Page.]

Περνώντας το σκόπελο του νοήματος, συναντάμε τη δεύτερη μεγάλη δυσκολία: την προφορά / εκφορά του λόγου. Τα πράγματα είναι λιγάκι πιο περίπλοκα απ' όσο συνήθως νομίζουμε. Ακόμα και στην περίπτωση που έχουμε διδαχθεί τη γλώσσα, κανένας τίτλος και κανένα δίπλωμα δεν μας εξασφαλίζεται την ορθή προφορά των φθόγγων της. Η ακρίβεια της προφοράς απαιτεί πολύ περισσότερη δουλειά απ' αυτή που συνήθως γίνεται στα φροντιστήρια. Επιπλέον, και πέρα από την άρθρωση των φθόγγων, οφείλουμε να έχουμε και μια καλή αντίληψη της προσωδίας, της τονικής-χρονικής καμπύλης των φράσεων της εκάστοτε γλώσσας, γιατί —παρόλο που δε θα τη χρησιμοποιήσουμε στο τραγούδι αυτούσια— θα μας λύσει αυτομάτως πολλές επιμέρους ερμηνευτικές απορίες.

Αν όλα τα παραπάνω σας φαίνονται βουνό, μην αγχώνεστε. Για καλή μας τύχη, η επιστήμη έχει να μας προσφέρει εξαιρετικά πρακτικές λύσεις. Ας μου επιτραπεί να δανειστώ τους όρους μιας επιστήμης που θαυμάζω: της γλωσσολογίας – κι ας μου συγχωρεθούν κάποιες μικρές ενδεχομένως επιστημονικές ανακρίβειες. Η γλωσσολογία, λοιπόν, —και ειδικότερα ο κλάδος της που ονομάζεται φωνητική— έχουν δημιουργήσει ένα σούπερ εργαλείο, χρησιμότατο για μας τους τραγουδιστές: το Διεθνές Φωνητικό Αλφαβήτο (IPA). Πρόκειται για έναν γραπτό κώδικα που μπορεί να αναπαραστήσει την ηχητική εικόνα οποιασδήποτε γλώσσας του κόσμου και αναθεωρείται συχνά-πυκνά ώστε να ενσωματώνει όσο το δυνατό περισσότερα στοιχεία και χαρακτηριστικά. Περιγράφει με εξαιρετική ακρίβεια τους φθόγγους των λέξεων (προσοχή: όχι την ορθογραφία τους!) αλλά και την προσωδία ή τους τονισμούς ολόκληρων φράσεων.

Το IPA είναι ένα πολύτιμο εργαλείο – με τον όρο ότι το έχουμε κατανοήσει σωστά και έχουμε μια καλή σχέση ελέγχου του σώματός μας. Οι φθόγγοι είναι κατηγοριοποιημένοι σχηματικά, ανάλογα με τον τρόπο και το μέρος της φωνητικής οδού όπου σχηματίζονται. Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται θυμίζουν γνωστούς ελληνολατινικούς χαρακτήρες ή ενδιαφέροντα «οπτικά παντρέματα» τέτοιων χαρακτήρων και είναι αρκετά εύκολο να θυμάται κανείς τα περισσότερα απ' αυτά. Μην τρομάξετε από το πλήθος τους. Επιπλέον, το IPA περιλαμβάνει ένα σύνολο διακριτικών και συμβόλων τονισμού (προσωδίας). Δυστυχώς ο πίνακας που κυκλοφορεί έχει την ορολογία στα αγγλικά (ψάχνω μεταφρασμένο αλλιώς θα καθήσω να τον μεταφράσω εγώ κάποια στιγμή...) – όμως με τη βοήθεια ενός ειδικού λεξικού και μιας πρακτικής εισαγωγής στη φωνητική που ανακάλυψα στο δίκτυο σίγουρα θα βγάλετε άκρη! :-)

Για να καταλάβει κανείς πώς λειτουργεί όλο αυτό το σύστημα, θα πρέπει —πρώτα απ' όλα— να αποσυνδέσει τον ήχο μιας γλώσσας από την ορθογραφία της και μετά να προσπαθήσει να απομονώσει τους ήχους στο μυαλό και στο στόμα του. Για παράδειγμα, το γράμμα κ στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται για να αντιπροσωπεύσει δύο φθόγγους, ανάλογα με το φωνήεν που έπεται: τον έναν τον συναντάμε στη λέξη καλός, ενώ τον άλλο στη λέξη κερί – παρατηρήστε ότι στη δεύτερη περίπτωση ο φθόγγος κ δεν είναι εντελώς ίδιος με εκείνον της πρώτης, αφού περιλαμβάνει και ολίγον χι (ακούγεται κάτι σαν κ[χι]ερί)! Τέτοιου είδους διαφορές αναπαρίστανται στο φωνητικό αλφάβητο με εντελώς ξεχωριστά σύμβολα (k και c αντίστοιχα). Παρόμοιες περιπτώσεις είναι το γκ (γκάιντα / γκέμια), το χ (χαρά / χέρι). Άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι το σ που ακούγεται ως ζ πριν από μ (άσμα). Πιο μυστήριες ακόμη περιπτώσεις είναι το ιδιαίτερο έρρινο ν της λέξης άγχος (στη θέση του γ) κι ένα περίεργο φώνημα που ακούγεται κάπου ανάμεσα σε μ και ν στη λέξη αμφί!

Αυτό που κερδίζουμε τελικά ψαχουλεύοντας τόσο τον ήχο της γλώσσας μας είναι ότι ξεκολλάμε από οπτικής-ορθογραφικής προέλευσης συνήθειες που μεταφέρουμε σε νέες για μας γλώσσες. Για παράδειγμα, το κ[χι] της λέξης κερί το μεταφέρουμε και στο ιταλικό che, προσθέτοντας καταχρηστικά αυτό το «ελληνικό» [χι] που στην ιταλική γλώσσα δεν υπάρχει! Έτσι ακούγεται κ[χι]-ε αντί για κ-ε που είναι το σωστό. Το δυσκολότερο μέρος της υπόθεσης είναι να συνηθίσουμε αυτή την παράδοξη για την ελληνική άρθρωση θέση του κ προ του ε. Απαιτεί προσωπικό πειραματισμό και τριβή. Φυσικά, βοηθάει σημαντικά και η θεωρητική γνώση της ανατομίας και της φυσιολογίας των φωνητηρίων οργάνων.

Από τη στιγμή που θα καταφέρουμε να γίνουμε τόσο αναλυτικοί και ταυτόχρονα συνθετικοί στον τρόπο σκέψης μας και στον έλεγχο του σώματός μας, δε μένει παρά να αναζητήσουμε τους κανόνες εκείνους που θα μας επιτρέψουν να διαβάζουμε κάθε γλώσσα με αρκετά ακριβή τρόπο. Ρίξτε μια ματιά εδώ για να πάρετε μια ιδέα μέχρι πού μπορείτε να φτάσετε!!! Κι αν δε σας φτάνουν όλα αυτά, κατεβάστε το «ηχητικό τούβλο» (93 ΜΒ) των παραδειγμάτων του IPA...

Να πούμε, βέβαια, ότι εξαιτίας της ανάγκης μας για μεγαλύτερο και πιο ευκρινή ήχο στο κλασικό τραγούδι και την όπερα, ένα μεγάλο μέρος των φωνημάτων συνειδητά μετατρέπεται σε κάποια κοντινά (πιο πρόσθια κυρίως) που επιτυγχάνουν καλύτερα το στόχο μας. Ένα χαρακτηριστικό από τα πάμπολλα παραδείγματα είναι το γαλλικό ή το γερμανικό r που ακόμα και οι Γάλλοι ή οι Γερμανοί το τραγουδούν πολύ πιο «μεσογειακό» απ' ό,τι είναι.


Και τώρα... από τη θεωρία στην πράξη! Σκέφτηκα να σας δοκιμάσω σε μια γλώσσα που θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να έχετε ποτέ τραγουδήσει. Τι θα λέγατε για τα ισλανδικά; Ακούστε (κλικ εδώ) ένα υπέροχο παραδοσιακό τραγούδι, διασκευασμένο από τη Björk για την πολύ ιδιαίτερη φωνή της και μικρό φωνητικό σύνολο. Όποιος από σας καταφέρει να το τραγουδήσει (μόνος του, φυσικά, και όχι ταυτόχρονα με τη Björk!) με τη σωστή προφορά, κερδίζει... την αγάπη μας! :-)


Björk: Vökuró (Medúlla)


Οι στίχοι στην ισλανδική γλώσσα έχουν ως εξής:

Bærinn minn
Bærinn minn og þinn
Sefur sæll í kyrrð

Fellur mjöll

Hljótt í húmi á jörð

Grasið mitt

Grasið mitt og þitt

Geymir mold til vors


Hjúfrar lind

Leynt við brekkurót

Vakir eins og við

Lífi trútt

Kyrrlátt kalda vermsl

Augum djúps

Utí himinfyrrð

Starir stillt um nótt


Langt í burt

Vakir veröld stór

Grimmum töfrum tryllt

Eirðarlaus

Ottast nótt og dag

Augu þín

Ottalaus og hrein

Brosa við mér björt


Vonin mín

Blessað brosið þitt

Vekur ljóð úr værð

Hvílist jörð

Hljóð í örmum snæs

Liljuhvít

Lokar augum blám

Litla stúlkan mín



Οδηγό της ισλανδικής προφοράς βάσει του Διεθνούς Φωνητικού Αλφαβήτου (IPA) θα βρείτε εδώ.


Ορίστε και μια απόδοση στα Αγγλικά:

My farm

My farm and yours

Sleeps happily at peace

Falls snow

Silent at dusk on earth

My grass

My grass and yours

Keeps the earth til spring


Nesting spring

Hid at the hill's root

Awake as are we

Faith in life

Quiet cold spring

Eye of the depths

Into the firmament

Staring still in the night


Far away

Wakes the great world

Mad with grim enchantment

Disquieted

Fearful of night and day

Your eyes

Fearless and serene

Smile bright at me


My hope

Your blest smile

Rouses verse from sleep

The earths rests

Silent in arms of snow

Lily white

Closes her blue eyes

My little girl


Ψάχνω σαν τρελός να βρω πλήρη παρτιτούρα απ' αυτήν την υπέροχη a cappella εναρμόνιση... αλλά μου φαίνεται πως θα πρέπει να τη φτιάξω κάποια στιγμή μόνος μου – και δυστυχώς κατά προσέγγιση θα είναι, αφού η συγκεκριμένη ηχογράφηση δεν επιτρέπει άνετη δουλειά.......

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

Ανάμεικτα συναισθήματα...


Youtube autoplay accessibility link
Τους διαγωνισμούς τους σιχαίνομαι. Ειδικά εκείνους που γίνονται μονάχα «για το θεαθήναι». Ποτέ μου δεν κατάλαβα σε τι βοηθάει την τέχνη μία αναμέτρηση για κάποιο βραβείο. Πώς μπορεί κανείς να συγκρίνει δύο ή περισσότερους καλλιτέχνες, αφού η τέχνη που παράγουν δε μπορεί να είναι αγαθό μετρήσιμο; Και τι νόημα θα είχε αυτό; Για την ανάδειξη νέων προσώπων θα αρκούσε ένα φεστιβάλ πρωτοεμφανιζόμενων – χωρίς επιτροπές και βραβεία. Εκεί, θεατές και μάνατζερς θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν κάποιον που πραγματικά το αξίζει και να του δώσουν την ευκαιρία να μοιραστεί την τέχνη του μ' ένα ευρύτερο κοινό. Σ' έναν διαγωνισμό, όμως, το κίνητρο δεν είναι η τέχνη αλλά η νίκη.

Ωστόσο, απόψε θα μιλήσω για έναν τέτοιο διαγωνισμό, θέλοντας να μοιραστώ μαζί σας τα ανάμεικτα συναισθήματα που με διακατέχουν. Πρόκειται για το “Britain's Got Talent”, ένα διεθνές φορμάτ όχι αμιγώς μουσικό, που στη χώρα μας γνωρίσαμε ως «Ελλάδα έχεις ταλέντο». Όσοι παρακολουθήσατε έστω και ένα επεισόδιο της ελληνικής εκδοχής καταλαβαίνετε πολύ καλά για τι πράμα μιλάω... αν και το βρετανικό ανάλογο πρέπει να ήταν εμφανώς πιο συντηρητικό στη στήσιμό του, χωρίς gay χιούμορ και αεροδυναμικές κομμώσεις.

Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, του βρετανικού σόου εμφανίστηκε ένας ντροπαλός νέος άνδρας από ένα χωριό έξω από το Μπρίστολ, πωλητής κινητών τηλεφώνων στο επάγγελμα, δηλώνοντας πως θα τραγουδήσει όπερα. Επιτροπή και κοινό ετοιμάστηκαν ψυχολογικά για το γιουχάισμα. Ο ντροπαλός τραγουδιστής ξεκίνησε να τραγουδά με ορχήστρα «κονσέρβα» μια κουτσουρεμένη “Nessun dorma” του Πουτσίνι. Και αίφνης, ο χαμηλών τόνων βάτραχος της βρετανικής επαρχίας μεταμορφώθηκε σε πρίγκηπα του διαγωνισμού!

Ο Paul Potts —έτσι είναι τ' όνομά του— πέρασε όλες τις φάσεις της διαδικασίας με επιτυχία, κατακτώντας στον τελικό το πρώτο βραβείο. Η φωνή του θα μπορούσε να θεωρηθεί μέτρια ή αδούλευτη για τα δεδομένα των επαγγελματιών του χώρου, ωστόσο έβγαζε με μια μεγάλη ζεστασιά την αγάπη του για την όπερα, ξεσηκώνοντας κοινό και επιτροπή σε επευφημίες αντάξιες ενός εθνικού ήρωα.*

Τίποτα πια για τον Paul Potts δε θα είναι το ίδιο. Στο χωριό του δε θα είναι πλέον ασήμαντος. Με το χρηματικό έπαθλο θα ξεκινήσει μία καλύτερη ζωή. Ήδη κυκλοφορεί ο πρώτος του δίσκος. Άραγε θα υπάρξει συνέχεια; Θα του δοθούν οι ευκαιρίες να καλλιεργήσει πραγματικά τη φωνή του και την τέχνη που τόσο αγαπά ή θα χρησιμοποιηθεί ως τηλεοπτικό / εμπορικό προϊόν, άμεσα και όσο θα πουλάει, και μετά θα πεταχτεί —καμένος τηλεοπτικά— στα αζήτητα και στην τύχη του μετά από κάνα-δυο χρονάκια, όπως οι περισσότεροι δικοί μας «φεϊμστορίτες»; Μήπως, τελικά, το κοινό που τώρα τον επευφημεί αύριο θα τον κατασπαράξει με την αδιαφορία του;

Φοβάμαι πως η πορεία αυτού του ανθρώπου στο χώρο που τόσο αγαπά είναι ήδη προδιαγεγραμμένη από το συμβόλαιό του με την εταιρεία παραγωγής. Ωστόσο, το περίεργο της όλης υπόθεσης είναι ότι το βρετανικό κοινό, που είχε τον τελικό λόγο στην επιλογή του νικητή, προτίμησε εκείνον αντί για τους ποπ τραγουδιστές, τα παιδιά θαύματα, τα χορευτικά σκετσάκια και τα άλλα εφετζίδικα νούμερα... Κι αναρωτιέμαι: μήπως οι ανά τον κόσμο τηλεθεατές δεν είναι πια και τόσο δέσμιοι των μιντιακών επιβολών...; Ή μήπως η όπερα έχει αρχίσει να γίνεται προϊόν με ημερομηνία λήξεως...;

Εντελώς συμπτωματικά, ο Paul Potts κλείνει σήμερα τα τριάντα εφτά του χρόνια. Ας του ευχηθούμε να είναι δυνατός και να μην αφήσει την επιτυχία να αποπροσανατολίσει τις επιθυμίες και τις επιλογές του.

Περισσότερα για τον Paul Potts θα βρείτε στο επίσημο site του.

_______

* Εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε στην ελληνική εκδοχή, πολύ φοβάμαι ότι κοινό και επιτροπή θα γιουχάιζαν ή —στην καλύτερη— θα ειρωνεύονταν τον συμμετέχοντα μόνο και μόνο επειδή τραγούδησε όπερα, ανεξαρτήτως από το πόσο καλός ήταν... Να θυμίσουμε ότι σε μας το τηλεοπτικό κοινό έβγαλε νικητή έναν —καθ' όλα συμπαθέστατο— δωδεκάχρονο «Μητροπάνο», που ξεχάστηκε εντελώς ελάχιστες μόνο μέρες μετά...

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Το «ιδανικό» ζέσταμα μιας φανταστικής χορωδίας


[Καραβάτζιο: «Οι μουσικοί»]

Η ώρα πάει ακριβώς και οι χορωδοί παίρνουν τις θέσεις τους στη μικρή αίθουσα της πρόβας. Οι παρτιτούρες δεν έχουν μοιραστεί ακόμη. Ο μαέστρος προτείνει ένα σύντομο ζέσταμα. Έτσι κι αλλιώς πάντα είναι απαραίτητο ένα ζέσταμα, το ξέρει καλά – πόσο μάλλον όταν η πρόβα γίνεται πρωί. Το περίεργο είναι ότι ο ίδιος δεν το τηρεί πάντα αυτό – συνήθως μόνο όταν το έργο ξεκινά με τεχνικές απαιτήσεις ή ανήκει σε καταξιωμένο (μόνο κλασικό φυσικά!) συνθέτη.

Η χορωδία είναι ακόμη με την τσίμπλα στο μάτι – το ζέσταμα όμως ξεκινά δυναμικά. Ο μαέστρος προτείνει μιας μέτριας ταχύτητας αρπισμούς, σε ποικιλία φωνηέντων, εξαντλώντας από πολύ νωρίς όλη σχεδόν την έκταση των φωνών. Βαριέται όμως. Ζητά μια αύξηση της ταχύτητας. Οι χορωδοί ανταποκρίνονται στα νεύματά του και με αύξηση έντασης. Οι φωνές τους πιέζονται. Εκείνοι το αντιμετωπίζουν σαν πρόκληση... και σαν κόντρα μεταξύ τους. Ο ήχος γίνεται τραχύς και εκκωφαντικός.


Ο μαέστρος προτείνει μια δεύτερη άσκηση – ίδιας λογικής... Οι χορωδοί συνεχίζουν την ίδια τακτική. Μερικοί απ' αυτούς καταλαβαίνουν ότι αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Δε διαμαρτύρονται – ποιος θα τους καταλάβει; Μόνο κοιτάζονται αναμεταξύ τους, μήπως και αισθανθούν ότι δεν είναι εντελώς μόνοι... Κάποιες ματιές διασταυρώνονται. Κάποιες μόνο...


Το ζέσταμα έλαβε τέλος. Οι χορωδοί έχουν καταπονηθεί πολύ, αλλά τώρα νιώθουν έτοιμοι να ξεκινήσουν το πρώτο έργο. Οι νότες έρχονται στα χέρια τους – πρώτο κομμάτι: ένα τρυφερό μαδριγάλι του Μοντεβέρντι. Βάλσαμο για τις φωνές, αλήθεια! Οι περισσότεροι όμως δεν το βλέπουν και τόσο τρυφερό – συνεχίζουν με την ίδια τραχύτητα. Μάταια ο μαέστρος προσπαθεί να τους χαλιναγωγήσει. Τους μιλά για το αποτέλεσμα που θέλει... αλλά δεν τους το δείχνει στην πράξη. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρει πώς να το κάνει – εκτός εάν... δε θέλει να το κάνει...

Η καταπόνηση συνεχίζεται για τρεις ώρες – μουσικά αδιάφορες. Διακόπτεται μόνο από ένα χορταστικό διάλειμμα.
Εκεί οι χορωδοί συζητούν. Κυρίως για το μισθό τους ή άλλα άσχετα πράγματα. Κάποιοι σκέφτονται ακόμα την πρόβα – με θλίψη. Δεν μπορούν να μιλήσουν στο μαέστρο, ούτε στην πλειονότητα των συναδέλφων – ξέρουν πως δε θα βρουν ανταπόκριση πουθενά. Σιγοψιθυρίζουν μόνο τις τρυφερές φράσεις του Μοντεβέρντι και κάπου-κάπου τις διακόπτουν με πικραμένες απορίες όπως: «άραγε εκείνο το ζέσταμα τι σκατά χρειαζόταν;»...

[Η παραπάνω ιστορία είναι καθ' όλα φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Θα μπορούσε, ωστόσο, να έχει συμβεί πραγματικά. Το «κλίμα» της χώρας μας το επιτρέπει!]


Ακούστε το Che se tu se'il cor mio από το Τέταρτο βιβλίο μαδριγαλιών για πέντε φωνές (SSATB) του Claudio Monteverdi. To συγκρότημα Concerto Italiano διευθύνει ο Rinaldo Alessandrini (Opus 111). Παρτιτούρα θα βρείτε εδώ.


Di Claudio Monteverde maestro della musica del sereniss. S. Duca di Mantoa. Il quarto libro de madrigali a cinque voci (Venezia, 1603).

Che se tu se' il cor mio,
come se' pur malgrado
del ciel e de la terra,
qualor piangi e sospiri,
quelle lagrime tue son il mio sangue,
quei sospir il mio spirto
e quelle pen'e quel dolor che senti
son miei, non tuoi tormenti.

[Battista Guarini]


Μια [πολύ] ελεύθερη λογοτεχνική απόδοση στα Αγγλικά:

For if, as I believe, you really love me
despite the counsel of the jealous world,
just as the winds are gathered by the tree,
your sufferings are drawn towards my soul;
and there I tend them so they multiply
and root in to my heart, and then my mind
till tears run in my veins, I breathe your sighs,
and all your sorrow and your grief is mine.
Look at me now; what is in your heart?
What anxieties are there? What fears?
For I am walking in the freezing rain
calling and calling to you through the storm,
although I know you cannot hear my cries
and your name will vanish with the winds.

[Charles Marshall, Ιούλιος 2006]

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2007

Περί σεβασμού ο λόγος



Πόσο «μικρός» μπορεί να γίνει ένας ερμηνευτής...; Πόσο...;

Πόσα «άλλοθι» μπορεί να δώσει μια παρτιτούρα...; Πόσα...;

Πόση μουσική μπορεί να χωρέσει σ' ένα χαρτί;

Και πόση σ' ένα μυαλό...;


Απ' όσο γνωρίζω —και διορθώστε με αν κάνω λάθος— η μουσική γραφή ξεκίνησε ως μέσο υπενθύμισης και πρακτικής διανομής της έμπνευσης του συνθέτη. Παλιότερα, οι ιδιότητες του συνθέτη και του ερμηνευτή δεν ήταν διακριτές και απαντώνταν μαζί στο ίδιο πρόσωπο. Ο ίδιος άνθρωπος έφτιαχνε και έπαιζε τη μουσική. Όσο η έμπνευση μεγάλωνε και τα δημιουργήματα γίνονταν πιο δομημένα και πιο πολυπρόσωπα, η καταγραφή τους ήταν επιβεβλημένη. Έτσι επινοήθηκε η μουσική σημειογραφίαπαρασημαντική).

Αυτό που πολλοί (ακόμη και επαγγελματίες μουσικοί) δεν έχουν συνειδητοποιήσει είναι ότι η μουσική γραφή (ακόμα και στις σημερινές πληρέστερες μορφές της) δεν αποτελεί μία πλήρη καταγραφή του μουσικού φαινομένου (της μουσικής δηλαδή) αλλά μία λεπτομερής σημείωση που —με λίγη καλή θέληση— μπορεί να οδηγήσει στην αναπαραγωγή του. Για να γίνει αυτό ευρύτερα κατανοητό, συνηθίζω να παραλληλίζω το φαινόμενο αυτό της μουσικής με εκείνο του λόγου:

Όταν κάποιος μιλάει και τον καταγράφουμε στο χαρτί, αυτό που ουσιαστικά σημειώνουμε είναι οι έννοιες, η συντακτική τους δομή και κάποιες νύξεις (με τη στίξη) ως προς τις προθέσεις (καταφατικές, ερωτηματικές, εμφατικές...) των προτάσεών του. Μέχρι εκεί όμως. Δεν καταγράφονται ούτε το ακριβές ύφος του, ούτε οι συχνότητες των φωνημάτων του, ούτε η ταχύτητα του λόγου, ούτε η έντασή του, ούτε η προφορά του! Όλα αυτά είναι αδύνατο να αποτυπωθούν στο χαρτί (ίσως όχι εντελώς αδύνατο, αλλά πάλι... δεν έχει νόημα για τα περισσότερα από αυτά). Κι όμως, εάν δώσουμε σε κάποιον —που δεν έχει ακούσει τον ομιλητή— να αναγνώσει φωναχτά το εν λόγω γραπτό, είναι πιθανό να πλησιάσει πάρα πολύ κοντά σε κάποια από τα ηχητικά στοιχεία του αρχικού ομιλητή! Πώς γίνεται αυτό...; Μέσω μια μαγικής έννοιας που λέγεται «τα συμφραζόμενα»!

Θέλετε να δοκιμάσετε κάτι; Διαβάστε την παρακάτω φράση φωναχτά και προσπαθήστε να ακούσετε τον εαυτό σας την ώρα που μιλάτε (εάν μπορείτε να την ηχογραφήσετε κιόλας, είσαστε σούπερ!):
Αύριο θα πάμε εκδρομή.
Θα παρατηρήσετε ότι ο τόνος της φωνής σας είναι μάλλον ουδέτερος – ίσως να γίνεται κατά τι πιο οξύς ή πιο καταληκτικός στη λέξη «εκδρομή»... Διαβάστε όμως κι αυτό:
Τελικά, δεν κατάφερα να βρω εισιτήρια για σήμερα. Αύριο θα πάμε εκδρομή.
Ξαναδιαβάστε το μια-δυο φορές ακόμη... Η πρώτη πρόταση —μετά τη λέξη «τελικά» και τη μικρή παύση που υπονομεύει το κόμμα— είναι πολύ λογικό να παρουσιάσει μία κορύφωση του τόνου της φωνής στη λέξη «δεν» και να ακολουθήσει μια φθίνουσα πορεία (τονικά) μέχρι την τελεία. Λογικό, μια και υπαγορεύεται από τη μνήμη μας σε τέτοιου είδους αρνητικές προτάσεις. Προσέξτε όμως την επόμενη πρόταση: η λέξη «εκδρομή» χάνει τον —ανεπαίσθητο μάλλον— τονισμό της ενώ οξύνεται αρκετά πλέον η λέξη «αύριο»!!! Πώς γίνεται αυτό, όταν στο χαρτί η καταγραφή είναι πανομοιότυπη, χωρίς υπογραμμίσεις ή άλλα σύμβολα;;; Μα... από τα συμφραζόμενα!!! Το περιβάλλον της άρνησης στην προηγηθείσα πρόταση μεταβάλλει το σκοπό της δεύτερης από απλά δηλωτικής σε διευκρινιστική, δημιουργώντας μία εντελώς διαφορετική καμπύλη τονισμού στην ομιλία μας.

Υπάρχουν, δηλαδή, τρόποι μιας —μερικής— αποκατάστασης του προφορικού λόγου μέσα από ένα γραπτό. Πλήρης και ακριβής αποκατάσταση είναι φυσικά αδύνατη. Αλλά μας ενδιαφέρει; Ίσως όχι. Αυτό που μας ενδιαφέρει ουσιαστικά είναι η αποκατάσταση των νοημάτων και της γενικής αίσθησης, του κλίματος της ομιλίας. Σε πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις (θέατρο) μας ενδιαφέρει και η προφορά, η προσωδία, η ένταση, ίσως η ταχύτητα και σίγουρα η συναισθηματική φόρτιση.

Δεδομένου ότι όλοι μας μιλάμε από μωρά και γράφουμε από πολύ μικρή ηλικία, η διαδικασία αυτή είναι αυτονόητη και πραγματοποιείται μηχανικά, χωρίς σκέψη, από τους περισσότερούς μας. Βέβαια, ένας χαζός (ή δυσλεξικός ή... απλά αδιάφορος) αναγνώστης θα προσπεράσει τη διαφορά. Ένας όχι και τόσο υποψιασμένος θα ανακαλύψει τη διαφορά με τη δεύτερη ίσως απόπειρα, ενώ ένας έμπειρος, που διαβάζει και λίγο πιο μπροστά χρονικά το κείμενο, θα τα καταφέρει με τη μία (prima vista). Ο επαγγελματίας όμως (αφηγητής, ηθοποιός) ΟΦΕΙΛΕΙ να έχει πλήρη επίγνωση αυτού του φαινομένου. Και, επιπλέον, οφείλει να μπορεί να προσαρμοστεί στις συνθήκες ανάγνωσης της εποχής από την οποία προέρχεται το εκάστοτε κείμενο. Δεν μπορεί να απαγγέλλει τον Shakespeare ωσάν ράπερ! [Χμ... ενδιαφέρον θα είχε ωστόσο...! ;-) ]

Ας γυρίσουμε τώρα στη μουσική. Ισχύουν ακριβώς τα ίδια πράγματα. Τι διαφέρει; Η μουσική είναι μια πιο αφηρημένη γλώσσα. Έτσι λένε τουλάχιστον – γιατί εγώ προτιμώ να τη βλέπω ως μία αρκετά συγκεκριμένη γλώσσα, που δεν περιγράφει όμως έννοιες (με εξαίρεση την προγραμματική μουσική) αλλά συναισθήματα ή συναισθηματικές καταστάσεις. Έχει δομή, έχει συντακτικό (προκύπτει από την τρέχουσα και προγενέστερη μουσική παράδοση), έχει φράσεις, έχει στίξη, έχει μεταβολές τόνου, ρυθμού και έντασης. Έχει και συμφραζόμενα!* Απλά είμαστε λιγότεροι αυτοί που μαθαίνουμε καλά αυτή τη γλώσσα (εδώ υπολογίζω όχι μόνο τους μουσικούς αλλά και τους ακροατές, τους συνειδητούς φιλόμουσους ακροατές) και ακόμα λιγότεροι (ειδικά στην Ελλάδα) αυτοί που ξέρουμε να τη γράφουμε και να τη διαβάζουμε. Και να σκεφτείτε ότι αναφέρομαι ουσιαστικά σε δύο μόνο από τις μουσικές γλώσσες που συναντούμε παγκοσμίως: τη δυτικοευρωπαϊκή (κλασική, ποπ...) και την ανατολική (βυζαντινή, ελληνική παραδοσιακή – λαϊκή...). [Βάλτε και τη τζαζ, αν θέλετε, ως τρίτη...]

Έτσι, λόγω της άγνοιας ή της ημιμάθειας (που —ως γνωστόν— είναι χειρότερη της αμάθειας) οι περισσότεροι από μας τους μουσικούς πέφτουμε διαρκώς σε σωρεία παραπτωμάτων. Πιστεύουμε ότι αρκεί να διαβάσουμε επακριβώς την παρτιτούρα για να αναπαράγουμε τη μουσική. Πολλές φορές μας το διδάσκουν κιόλας! Έτσι, μαθαίνουμε να βλέπουμε μόνο τις νότες και όχι πίσω απ' αυτές! Άλλες πάλι φορές, εξαιτίας της εξαιρετικής δομικής ή τεχνικής πολυπλοκότητας ενός έργου, δίνουμε το βάρος στην άρτια αντιμετώπιση αυτών και όχι στο πνεύμα του μουσικού κειμένου, θεωρώντας —εσφαλμένα— ότι ο φιλόμουσος ακροατής μας έχει την ίδια επαφή που έχουμε εμείς με το έργο κι ότι ορισμένα πράγματα απλά εννοούνται. Εκείνος όμως ίσως ακούει τη σονάτα ή την άρια που ερμηνεύουμε για πρώτη φορά και ίσως δεν έχει τη δυνατότητα να την αντιπαραβάλει στο μυαλό του με άλλες γνωστές εκτελέσεις ή τη μελέτη των σωζόμενων μαρτυριών της εποχής για το έργο.

Αυτό όμως, που είναι εξαιρετικά κατακριτέο —και, πιστέψτε με, το αναφέρω απολύτως καλοπροαίρετα— είναι όταν ο μουσικός αδυνατεί (ή αδιαφορεί) να κατανοήσει τις προθέσεις του συνθέτη και καταφεύγει στην εύκολη λύση της παραποίησης του μουσικού κειμένου. Σε κάποιους από σας ίσως φανεί υπερβολικό αυτό που λέω, πολύ φοβάμαι όμως πως το βλέπω μπροστά μου κάθε μέρα και μ' ενοχλεί όλο και περισσότερο (μιλώ κυρίως για τον κλασικό χώρο, που δουλεύει αποκλειστικά με παρτιτούρες). Και εκνευρίζομαι αφάνταστα όταν το βλέπω ακόμα και σε μαέστρους, σ' εκείνους δηλαδή που υποτίθεται πως έχουν τη γνώση να καθοδηγήσουν ερμηνευτικά ομάδες μουσικών! Παίρνουν το μολυβάκι, δηλαδή, και τροποποιούν την παρτιτούρα κατά πώς τους εξυπηρετεί, χωρίς να ξοδέψουν ούτε ένα δευτερόλεπτο από τη ζωή τους για να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι πραγματικά ήθελε «να πει ο ποιητής»!!! Συνήθως δε, καταλογίζουν άγνοια ή προχειρότητα στο συνθέτη ή τον αντιγραφέα – λες και τα τυπογραφικά λάθη δεν ξεχωρίζουν από κάτι το εσκεμμένα διαφορετικό...

Ωστόσο, και οι ηθοποιοί δεν πάνε πίσω. Ορισμένοι συνηθίζουν να προσθαφαιρούν λέξεις (π.χ.: «και») για να φέρουν το κείμενο στα δικά τους εκφραστικά μέτρα, αντί να αναζητούν το χαμένο τρόπο εκφοράς του λόγου των ηρώων του συγγραφέα........ Κύριο αντεπιχείρημά τους (και των μουσικών επίσης...) είναι ο ευνουχισμός της δικής τους προσωπικότητας. Μα... όσο καλά και να αποκρυπτογραφήσει κανείς το πνεύμα ενός δημιουργού, πάντα υπάρχει χώρος για μια προσωπική πινελιά! Αλλιώς κάθε ερμηνεία θα ήταν ίδια με όλες τις άλλες!!! Το ζητούμενο στην όλη υπόθεση είναι το πνεύμα του συγγραφέα ή του συνθέτη να οδηγεί την ερμηνεία και όχι το αντίθετο.

Τώρα... θα μου πείτε: «καλά, εάν το αποτέλεσμα είναι εξίσου καλό, εσένα τι σε κόφτει;» Σας λέω, λοιπόν, ότι όλη η ιστορία δεν είναι παρά θέμα σεβασμού απέναντι στο συνθέτη ή το συγγραφέα αντίστοιχα. Είναι θέμα αρχών. Είναι θέμα αρχών που φθίνουν σήμερα. Και οι αρχές είναι ζήτημα παιδείας και καλλιέργειας.

Εν τέλει... εκείνος που δε σέβεται το έργο ενός δημιουργού ίσως τελικά δε σέβεται ούτε τον ίδιο του τον αυτό!

_______

* Προσοχή! Συνήθως οι τραγουδιστές συγχέουν τις φράσεις, στίξεις και τονισμούς της μουσικής με τις φράσεις, στίξεις και τονισμούς του κειμένου που ερμηνεύουν. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικές γλώσσες που συνυπάρχουν χρονικά (κινούνται παράλληλα). Συνήθως ταυτίζονται – όχι πάντα όμως! Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα όπου η μουσική φράση και η φράση του κειμένου κινούνται ανεξάρτητα ή σχεδόν ανεξάρτητα. Μμ... ας πούμε... στις καντάτες του Μπαχ, όπου μία μεγάλη κολορατούρα μπορεί να περιέχει ένα μόνο μέρος της φράσης του κειμένου αλλά μία πληθώρα καταφατικών, ερωτηματικών, αρνητικών ή εμφατικών —διαλογικών αν θέλετε— μουσικών φράσεων, με πολύ περισσότερη στίξη απ' όση έχει το ποιητικό κείμενο στο ίδιο σημείο. Ή —αν θέλετε παράδειγμα εκτός κλασικής μουσικής— θυμηθείτε το “all in all you're just a[μουσική στίξη εδώ!]nother brick in the wall” των θρυλικών Pink Floyd ή το «Αγάπη πού 'γινες [μουσική στίξη εδώ!] δίκοπο μαχαίρι» των αξέχαστων Μάνου Χατζιδάκι & Βασίλη Τσιτσάνη.