Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2007

Antoine Marchand – ένα λογοπαίγνιο απειλεί τις πολυεθνικές της δισκογραφίας;



Ο Antoine Marchand δεν είναι συνθέτης, ούτε ερμηνευτής – ούτε καν Γάλλος. Έχει όμως site! Το Antoine Marchand δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη γαλλική μετάφραση του ονόματος του Ολλανδού μαέστρου, τσεμπαλίστα και οργανίστα Ton [Anton] Koopman!!!

Το μεγάλο δάσκαλο της μπαρόκ μουσικής έτυχε να γνωρίσω από κοντά και σας διαβεβαιώ ότι δεν είχε τον παραμικρό λόγο να χρησιμοποιεί ψευδώνυμο. Η ιστορία του, όμως, έχει ως εξής: όταν η εταιρεία Warner, με την οποία ηχογραφούσε έως το 2001, «πάγωσε» ως μη εμπορικό το φιλόδοξο σχέδιο της δισκογραφικής καταγραφής του συνόλου των καντατών του Μπαχ, ο Koopman αυτονόμησε (κοινώς: την έκανε αλά γαλλικά!) και δημιούργησε τη δική του δισκογραφική εταιρεία. Και το όνομα αυτής λογοπαίγνιο: Antoine Marchand Records. Έτσι το εγχείρημα ολοκληρώθηκε, ενώ ξεκίνησε κι ένα νέο: η δισκογράφηση των απάντων του Buxtehude.

Ο Koopman δεν ήταν ο πρώτος —ούτε ο μόνος— που επέλεξε τον δρόμο της αυτοδιάθεσης. Πολλοί καλλιτέχνες πριν και μετά απ' αυτόν —ειδικά στην ποπ και ροκ μουσική—, αναγνωρίζοντας τη δύναμη του διαδικτύου, αποφάσισαν να παρακάμψουν τις πολυεθνικές και να διαθέσουν μόνοι τους (και με λιγότερο κερδοσκοπική λογική) τη μουσική τους παραγωγή απευθείας στο κοινό. Έτσι, οι δισκογραφικές άρχισαν να ανησυχούν και να αναζητούν συμβιβαστικές λύσεις (τύπου iTunes...).

Διαβάστε τώρα τρία σημερινά links της ηλεκτρονικής Καθημερινής (που στάθηκαν η αφορμή γι΄αυτό το post) κι ένα παλαιότερο του Βήματος, προκειμένου να σχηματίσετε μια πλήρη εικόνα του φαινομένου:
Μετά, περιπλανηθείτε στο We7, το πρόσφατο δημιούργημα του εξαιρετικού καλλιτέχνη Peter Gabriel (ιδρυτή του WOMAD και της Real World Records) και ξεκινήστε εσείς τη συζήτηση...

[Ακούστε το I Grieve από το album So του Peter Gabriel.]

_______

Εν αναμονή του νέου web radio που ετοιμάζει οσονούπω ο Θανάσης Χατζηθεωδωρίδης (δημιουργός του classicalmusic.gr), ενός ραδιοσταθμού που φιλοδοξεί να ανατρέψει τα δεδομένα της κλασικής μουσικής ακρόασης στην Ελλάδα, δείτε μερικά βιντεάκια του “Antoine Marchand”:
Όλα τα μέρη του Magnificat υπάρχουν εδώ και περισσότερα youtube videos εδώ.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Beatboxing


Youtube autoplay accessibility link
Το παραπάνω βίντεο αφιερώνεται με αγάπη στους φίλους που χρόνια προσπαθούν να κάνουν τα ντραμς με το στόμα – αλλά και σε όσους ζορίζονται με τη «φωνητική τοποθέτηση» και τα «περίεργα φωνήματα»...

Καλωσήρθατε στο μαγικό κόσμο του beatboxing!!!

[ΤΡΕΜΕ BOBBY McFERRIN!!! ;-) ]

Περισσότερα βίντεο εδώ. Μαθήματα εδώ!

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2007

Τραγουδώντας σε άγνωστη γλώσσα



Από μέρες ήθελα να μιλήσω για το αιώνιο ζήτημα που απασχολεί γενιές λυρικών τραγουδιστών... Μη σας πω από χρόνια! Σε κάθε στιγμή της μουσικής ζωής ενός τραγουδιστή ξεπροβάλλουν διαρκώς οι ίδιοι και οι ίδιοι προβληματισμοί: «πώς θα το προφέρω;», «προς θα το ερμηνεύσω;» – «πώς θα είμαι σίγουρος ότι το κάνω σωστά...;».

Εάν κάποιος ζει στην κεντροδυτική Ευρώπη, έχει συχνά την ευκαιρία να τραγουδά πράγματα στη μητρική του γλώσσα. Το ρεπερτόριο είναι άφθονο! Για μας εδώ τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα. Θα πρέπει να είμαστε εξοικειωμένοι τουλάχιστον με τα ιταλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά, για να μην προσθέσω τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, τα ρωσικά, τα ουγγρικά – ενίοτε και κάποιες βαλκανικές ή βόρειες γλώσσες. Και μαζί με όλα αυτά, δύο ειδικές περιπτώσεις: τα λατινικά (κατά κόρον στη θρησκευτική μουσική αλλά όχι μόνο) και τα αρχαία ελληνικά (σε κάποια σύγχρονα έργα κυρίως). Γι' αυτές τις δύο νεκρές γλώσσες το νήμα έχει κοπεί εδώ και αιώνες και δε σώζονται παρά μόνο στοιχεία τους σε ντοπιολαλιές και μελέτες των ερευνητών. Η λύση που έχει ασπαστεί διεθνώς ο μουσικός κόσμος είναι να τις προφέρει κατά την κοινή πρακτική της εποχής και του τόπου καταγωγής ή δράσης του εκάστοτε συνθέτη.

Οι συνάδελφοι του μη κλασικού ρεπερτορίου μας κοιτούν αιωνίως με απορία. Εκείνοι σπανίως μπαίνουν στον πειρασμό να ερμηνεύσουν ένα τραγούδι σε γλώσσα που δεν κατέχουν. Γιατί να το κάνουν άλλωστε! Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που μπορούν να τραγουδήσουν στη δική τους γλώσσα (ή στα αγγλικά που οι πιο πολλοί γνωρίζουν). Στο κλασικό τραγούδι, όμως, είναι πρακτικά αδύνατο να ασχοληθείς σοβαρά και να μην περάσεις από μία τουλάχιστον γλώσσα για την οποία δεν έχεις τη παραμικρή ιδέα.

Η παγκοσμιοποίηση της πολιτισμικής αγοράς [sic] επιβάλλει πλέον τη γνώση τουλάχιστον μίας ή δύο ακόμη γλωσσών για τους τραγουδιστές, πέραν της μητρικής τους. Παλιότερα, μπορούσες να είχες γεννηθεί Ιταλός και να μη χρειαζόταν να τραγουδήσεις ούτε μια νότα από τα Κατά Ματθαίον του Μπαχ. Σήμερα θεωρείσαι περιορισμένος με μια τέτοια επιλογή! Αναζητήθηκαν λύσεις, επομένως, πρακτικές λύσεις που να μπορούν να αποτελέσουν ένα συγκροτημένο αντικείμενο διδασκαλίας στις μουσικές σχολές ανά τον κόσμο. Έτσι, η προφορά / εκφορά των συνηθέστερων —μουσικά— ευρωπαϊκών γλωσσών και το διεθνές φωνητικό αλφάβητο αποτελούν πλέον ειδικό μάθημα στις περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές.

Βέβαια —και για να λέμε του στραβού το δίκιο—, είναι πρακτικά αδύνατο να τραγουδήσει κανείς μια ξένη γλώσσα τόσο καλά όσο κάποιος που τη μιλά ως μητρική. Όσο καλά κι αν την κατέχει, το γεγονός ότι είναι ξένος προς τη γλώσσα γίνεται εύκολα αναγνωρίσιμο από κάποιον που την γνωρίζει καλά. Ωστόσο, μια βαθιά γνώση της γλώσσας και των ιδιωματισμών της βοηθά την απελευθέρωση των εκφραστικών μέσων – και αυτό είναι ουσιαστικά το ζητούμενο στο τραγούδι.

Στην περίπτωση, όμως, που κάποιος επιχειρεί να τραγουδήσει σε μια γλώσσα άγνωστη, χρειάζεται μεγάλη υποστήριξη για να το πετύχει. Πρώτα απ' όλα χρειάζεται μια μετάφραση. Ή ακόμη καλύτερα δύο! Μία κατά λέξη, ώστε να μπορέσει να εντοπίσει τα ιδιαίτερα εκείνα σημεία του στίχου που υποστηρίζονται από το «μουσικό κείμενο», και μία ελεύθερη απόδοση, ώστε να είναι σε θέση να καταλάβει το γενικό κλίμα και την ιδιωματική γραφή του ποιητή. Ιδανικά, θα μπορούσε να συζητήσει το κείμενο μ' έναν εκ γενετής ομιλητή (native speaker), προκειμένου να εντοπίσει ευκολότερα τέτοιου είδους ιδιαιτερότητες. [Έχετε ανακαλύψει άραγε τους δύο πολύτιμους θησαυρούς για το κλασικό τραγούδι; Είναι το Aria Database και το The Lied and Art Song Texts Page.]

Περνώντας το σκόπελο του νοήματος, συναντάμε τη δεύτερη μεγάλη δυσκολία: την προφορά / εκφορά του λόγου. Τα πράγματα είναι λιγάκι πιο περίπλοκα απ' όσο συνήθως νομίζουμε. Ακόμα και στην περίπτωση που έχουμε διδαχθεί τη γλώσσα, κανένας τίτλος και κανένα δίπλωμα δεν μας εξασφαλίζεται την ορθή προφορά των φθόγγων της. Η ακρίβεια της προφοράς απαιτεί πολύ περισσότερη δουλειά απ' αυτή που συνήθως γίνεται στα φροντιστήρια. Επιπλέον, και πέρα από την άρθρωση των φθόγγων, οφείλουμε να έχουμε και μια καλή αντίληψη της προσωδίας, της τονικής-χρονικής καμπύλης των φράσεων της εκάστοτε γλώσσας, γιατί —παρόλο που δε θα τη χρησιμοποιήσουμε στο τραγούδι αυτούσια— θα μας λύσει αυτομάτως πολλές επιμέρους ερμηνευτικές απορίες.

Αν όλα τα παραπάνω σας φαίνονται βουνό, μην αγχώνεστε. Για καλή μας τύχη, η επιστήμη έχει να μας προσφέρει εξαιρετικά πρακτικές λύσεις. Ας μου επιτραπεί να δανειστώ τους όρους μιας επιστήμης που θαυμάζω: της γλωσσολογίας – κι ας μου συγχωρεθούν κάποιες μικρές ενδεχομένως επιστημονικές ανακρίβειες. Η γλωσσολογία, λοιπόν, —και ειδικότερα ο κλάδος της που ονομάζεται φωνητική— έχουν δημιουργήσει ένα σούπερ εργαλείο, χρησιμότατο για μας τους τραγουδιστές: το Διεθνές Φωνητικό Αλφαβήτο (IPA). Πρόκειται για έναν γραπτό κώδικα που μπορεί να αναπαραστήσει την ηχητική εικόνα οποιασδήποτε γλώσσας του κόσμου και αναθεωρείται συχνά-πυκνά ώστε να ενσωματώνει όσο το δυνατό περισσότερα στοιχεία και χαρακτηριστικά. Περιγράφει με εξαιρετική ακρίβεια τους φθόγγους των λέξεων (προσοχή: όχι την ορθογραφία τους!) αλλά και την προσωδία ή τους τονισμούς ολόκληρων φράσεων.

Το IPA είναι ένα πολύτιμο εργαλείο – με τον όρο ότι το έχουμε κατανοήσει σωστά και έχουμε μια καλή σχέση ελέγχου του σώματός μας. Οι φθόγγοι είναι κατηγοριοποιημένοι σχηματικά, ανάλογα με τον τρόπο και το μέρος της φωνητικής οδού όπου σχηματίζονται. Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται θυμίζουν γνωστούς ελληνολατινικούς χαρακτήρες ή ενδιαφέροντα «οπτικά παντρέματα» τέτοιων χαρακτήρων και είναι αρκετά εύκολο να θυμάται κανείς τα περισσότερα απ' αυτά. Μην τρομάξετε από το πλήθος τους. Επιπλέον, το IPA περιλαμβάνει ένα σύνολο διακριτικών και συμβόλων τονισμού (προσωδίας). Δυστυχώς ο πίνακας που κυκλοφορεί έχει την ορολογία στα αγγλικά (ψάχνω μεταφρασμένο αλλιώς θα καθήσω να τον μεταφράσω εγώ κάποια στιγμή...) – όμως με τη βοήθεια ενός ειδικού λεξικού και μιας πρακτικής εισαγωγής στη φωνητική που ανακάλυψα στο δίκτυο σίγουρα θα βγάλετε άκρη! :-)

Για να καταλάβει κανείς πώς λειτουργεί όλο αυτό το σύστημα, θα πρέπει —πρώτα απ' όλα— να αποσυνδέσει τον ήχο μιας γλώσσας από την ορθογραφία της και μετά να προσπαθήσει να απομονώσει τους ήχους στο μυαλό και στο στόμα του. Για παράδειγμα, το γράμμα κ στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται για να αντιπροσωπεύσει δύο φθόγγους, ανάλογα με το φωνήεν που έπεται: τον έναν τον συναντάμε στη λέξη καλός, ενώ τον άλλο στη λέξη κερί – παρατηρήστε ότι στη δεύτερη περίπτωση ο φθόγγος κ δεν είναι εντελώς ίδιος με εκείνον της πρώτης, αφού περιλαμβάνει και ολίγον χι (ακούγεται κάτι σαν κ[χι]ερί)! Τέτοιου είδους διαφορές αναπαρίστανται στο φωνητικό αλφάβητο με εντελώς ξεχωριστά σύμβολα (k και c αντίστοιχα). Παρόμοιες περιπτώσεις είναι το γκ (γκάιντα / γκέμια), το χ (χαρά / χέρι). Άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι το σ που ακούγεται ως ζ πριν από μ (άσμα). Πιο μυστήριες ακόμη περιπτώσεις είναι το ιδιαίτερο έρρινο ν της λέξης άγχος (στη θέση του γ) κι ένα περίεργο φώνημα που ακούγεται κάπου ανάμεσα σε μ και ν στη λέξη αμφί!

Αυτό που κερδίζουμε τελικά ψαχουλεύοντας τόσο τον ήχο της γλώσσας μας είναι ότι ξεκολλάμε από οπτικής-ορθογραφικής προέλευσης συνήθειες που μεταφέρουμε σε νέες για μας γλώσσες. Για παράδειγμα, το κ[χι] της λέξης κερί το μεταφέρουμε και στο ιταλικό che, προσθέτοντας καταχρηστικά αυτό το «ελληνικό» [χι] που στην ιταλική γλώσσα δεν υπάρχει! Έτσι ακούγεται κ[χι]-ε αντί για κ-ε που είναι το σωστό. Το δυσκολότερο μέρος της υπόθεσης είναι να συνηθίσουμε αυτή την παράδοξη για την ελληνική άρθρωση θέση του κ προ του ε. Απαιτεί προσωπικό πειραματισμό και τριβή. Φυσικά, βοηθάει σημαντικά και η θεωρητική γνώση της ανατομίας και της φυσιολογίας των φωνητηρίων οργάνων.

Από τη στιγμή που θα καταφέρουμε να γίνουμε τόσο αναλυτικοί και ταυτόχρονα συνθετικοί στον τρόπο σκέψης μας και στον έλεγχο του σώματός μας, δε μένει παρά να αναζητήσουμε τους κανόνες εκείνους που θα μας επιτρέψουν να διαβάζουμε κάθε γλώσσα με αρκετά ακριβή τρόπο. Ρίξτε μια ματιά εδώ για να πάρετε μια ιδέα μέχρι πού μπορείτε να φτάσετε!!! Κι αν δε σας φτάνουν όλα αυτά, κατεβάστε το «ηχητικό τούβλο» (93 ΜΒ) των παραδειγμάτων του IPA...

Να πούμε, βέβαια, ότι εξαιτίας της ανάγκης μας για μεγαλύτερο και πιο ευκρινή ήχο στο κλασικό τραγούδι και την όπερα, ένα μεγάλο μέρος των φωνημάτων συνειδητά μετατρέπεται σε κάποια κοντινά (πιο πρόσθια κυρίως) που επιτυγχάνουν καλύτερα το στόχο μας. Ένα χαρακτηριστικό από τα πάμπολλα παραδείγματα είναι το γαλλικό ή το γερμανικό r που ακόμα και οι Γάλλοι ή οι Γερμανοί το τραγουδούν πολύ πιο «μεσογειακό» απ' ό,τι είναι.


Και τώρα... από τη θεωρία στην πράξη! Σκέφτηκα να σας δοκιμάσω σε μια γλώσσα που θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να έχετε ποτέ τραγουδήσει. Τι θα λέγατε για τα ισλανδικά; Ακούστε (κλικ εδώ) ένα υπέροχο παραδοσιακό τραγούδι, διασκευασμένο από τη Björk για την πολύ ιδιαίτερη φωνή της και μικρό φωνητικό σύνολο. Όποιος από σας καταφέρει να το τραγουδήσει (μόνος του, φυσικά, και όχι ταυτόχρονα με τη Björk!) με τη σωστή προφορά, κερδίζει... την αγάπη μας! :-)


Björk: Vökuró (Medúlla)


Οι στίχοι στην ισλανδική γλώσσα έχουν ως εξής:

Bærinn minn
Bærinn minn og þinn
Sefur sæll í kyrrð

Fellur mjöll

Hljótt í húmi á jörð

Grasið mitt

Grasið mitt og þitt

Geymir mold til vors


Hjúfrar lind

Leynt við brekkurót

Vakir eins og við

Lífi trútt

Kyrrlátt kalda vermsl

Augum djúps

Utí himinfyrrð

Starir stillt um nótt


Langt í burt

Vakir veröld stór

Grimmum töfrum tryllt

Eirðarlaus

Ottast nótt og dag

Augu þín

Ottalaus og hrein

Brosa við mér björt


Vonin mín

Blessað brosið þitt

Vekur ljóð úr værð

Hvílist jörð

Hljóð í örmum snæs

Liljuhvít

Lokar augum blám

Litla stúlkan mín



Οδηγό της ισλανδικής προφοράς βάσει του Διεθνούς Φωνητικού Αλφαβήτου (IPA) θα βρείτε εδώ.


Ορίστε και μια απόδοση στα Αγγλικά:

My farm

My farm and yours

Sleeps happily at peace

Falls snow

Silent at dusk on earth

My grass

My grass and yours

Keeps the earth til spring


Nesting spring

Hid at the hill's root

Awake as are we

Faith in life

Quiet cold spring

Eye of the depths

Into the firmament

Staring still in the night


Far away

Wakes the great world

Mad with grim enchantment

Disquieted

Fearful of night and day

Your eyes

Fearless and serene

Smile bright at me


My hope

Your blest smile

Rouses verse from sleep

The earths rests

Silent in arms of snow

Lily white

Closes her blue eyes

My little girl


Ψάχνω σαν τρελός να βρω πλήρη παρτιτούρα απ' αυτήν την υπέροχη a cappella εναρμόνιση... αλλά μου φαίνεται πως θα πρέπει να τη φτιάξω κάποια στιγμή μόνος μου – και δυστυχώς κατά προσέγγιση θα είναι, αφού η συγκεκριμένη ηχογράφηση δεν επιτρέπει άνετη δουλειά.......

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

Ανάμεικτα συναισθήματα...


Youtube autoplay accessibility link
Τους διαγωνισμούς τους σιχαίνομαι. Ειδικά εκείνους που γίνονται μονάχα «για το θεαθήναι». Ποτέ μου δεν κατάλαβα σε τι βοηθάει την τέχνη μία αναμέτρηση για κάποιο βραβείο. Πώς μπορεί κανείς να συγκρίνει δύο ή περισσότερους καλλιτέχνες, αφού η τέχνη που παράγουν δε μπορεί να είναι αγαθό μετρήσιμο; Και τι νόημα θα είχε αυτό; Για την ανάδειξη νέων προσώπων θα αρκούσε ένα φεστιβάλ πρωτοεμφανιζόμενων – χωρίς επιτροπές και βραβεία. Εκεί, θεατές και μάνατζερς θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν κάποιον που πραγματικά το αξίζει και να του δώσουν την ευκαιρία να μοιραστεί την τέχνη του μ' ένα ευρύτερο κοινό. Σ' έναν διαγωνισμό, όμως, το κίνητρο δεν είναι η τέχνη αλλά η νίκη.

Ωστόσο, απόψε θα μιλήσω για έναν τέτοιο διαγωνισμό, θέλοντας να μοιραστώ μαζί σας τα ανάμεικτα συναισθήματα που με διακατέχουν. Πρόκειται για το “Britain's Got Talent”, ένα διεθνές φορμάτ όχι αμιγώς μουσικό, που στη χώρα μας γνωρίσαμε ως «Ελλάδα έχεις ταλέντο». Όσοι παρακολουθήσατε έστω και ένα επεισόδιο της ελληνικής εκδοχής καταλαβαίνετε πολύ καλά για τι πράμα μιλάω... αν και το βρετανικό ανάλογο πρέπει να ήταν εμφανώς πιο συντηρητικό στη στήσιμό του, χωρίς gay χιούμορ και αεροδυναμικές κομμώσεις.

Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, του βρετανικού σόου εμφανίστηκε ένας ντροπαλός νέος άνδρας από ένα χωριό έξω από το Μπρίστολ, πωλητής κινητών τηλεφώνων στο επάγγελμα, δηλώνοντας πως θα τραγουδήσει όπερα. Επιτροπή και κοινό ετοιμάστηκαν ψυχολογικά για το γιουχάισμα. Ο ντροπαλός τραγουδιστής ξεκίνησε να τραγουδά με ορχήστρα «κονσέρβα» μια κουτσουρεμένη “Nessun dorma” του Πουτσίνι. Και αίφνης, ο χαμηλών τόνων βάτραχος της βρετανικής επαρχίας μεταμορφώθηκε σε πρίγκηπα του διαγωνισμού!

Ο Paul Potts —έτσι είναι τ' όνομά του— πέρασε όλες τις φάσεις της διαδικασίας με επιτυχία, κατακτώντας στον τελικό το πρώτο βραβείο. Η φωνή του θα μπορούσε να θεωρηθεί μέτρια ή αδούλευτη για τα δεδομένα των επαγγελματιών του χώρου, ωστόσο έβγαζε με μια μεγάλη ζεστασιά την αγάπη του για την όπερα, ξεσηκώνοντας κοινό και επιτροπή σε επευφημίες αντάξιες ενός εθνικού ήρωα.*

Τίποτα πια για τον Paul Potts δε θα είναι το ίδιο. Στο χωριό του δε θα είναι πλέον ασήμαντος. Με το χρηματικό έπαθλο θα ξεκινήσει μία καλύτερη ζωή. Ήδη κυκλοφορεί ο πρώτος του δίσκος. Άραγε θα υπάρξει συνέχεια; Θα του δοθούν οι ευκαιρίες να καλλιεργήσει πραγματικά τη φωνή του και την τέχνη που τόσο αγαπά ή θα χρησιμοποιηθεί ως τηλεοπτικό / εμπορικό προϊόν, άμεσα και όσο θα πουλάει, και μετά θα πεταχτεί —καμένος τηλεοπτικά— στα αζήτητα και στην τύχη του μετά από κάνα-δυο χρονάκια, όπως οι περισσότεροι δικοί μας «φεϊμστορίτες»; Μήπως, τελικά, το κοινό που τώρα τον επευφημεί αύριο θα τον κατασπαράξει με την αδιαφορία του;

Φοβάμαι πως η πορεία αυτού του ανθρώπου στο χώρο που τόσο αγαπά είναι ήδη προδιαγεγραμμένη από το συμβόλαιό του με την εταιρεία παραγωγής. Ωστόσο, το περίεργο της όλης υπόθεσης είναι ότι το βρετανικό κοινό, που είχε τον τελικό λόγο στην επιλογή του νικητή, προτίμησε εκείνον αντί για τους ποπ τραγουδιστές, τα παιδιά θαύματα, τα χορευτικά σκετσάκια και τα άλλα εφετζίδικα νούμερα... Κι αναρωτιέμαι: μήπως οι ανά τον κόσμο τηλεθεατές δεν είναι πια και τόσο δέσμιοι των μιντιακών επιβολών...; Ή μήπως η όπερα έχει αρχίσει να γίνεται προϊόν με ημερομηνία λήξεως...;

Εντελώς συμπτωματικά, ο Paul Potts κλείνει σήμερα τα τριάντα εφτά του χρόνια. Ας του ευχηθούμε να είναι δυνατός και να μην αφήσει την επιτυχία να αποπροσανατολίσει τις επιθυμίες και τις επιλογές του.

Περισσότερα για τον Paul Potts θα βρείτε στο επίσημο site του.

_______

* Εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε στην ελληνική εκδοχή, πολύ φοβάμαι ότι κοινό και επιτροπή θα γιουχάιζαν ή —στην καλύτερη— θα ειρωνεύονταν τον συμμετέχοντα μόνο και μόνο επειδή τραγούδησε όπερα, ανεξαρτήτως από το πόσο καλός ήταν... Να θυμίσουμε ότι σε μας το τηλεοπτικό κοινό έβγαλε νικητή έναν —καθ' όλα συμπαθέστατο— δωδεκάχρονο «Μητροπάνο», που ξεχάστηκε εντελώς ελάχιστες μόνο μέρες μετά...

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Το «ιδανικό» ζέσταμα μιας φανταστικής χορωδίας


[Καραβάτζιο: «Οι μουσικοί»]

Η ώρα πάει ακριβώς και οι χορωδοί παίρνουν τις θέσεις τους στη μικρή αίθουσα της πρόβας. Οι παρτιτούρες δεν έχουν μοιραστεί ακόμη. Ο μαέστρος προτείνει ένα σύντομο ζέσταμα. Έτσι κι αλλιώς πάντα είναι απαραίτητο ένα ζέσταμα, το ξέρει καλά – πόσο μάλλον όταν η πρόβα γίνεται πρωί. Το περίεργο είναι ότι ο ίδιος δεν το τηρεί πάντα αυτό – συνήθως μόνο όταν το έργο ξεκινά με τεχνικές απαιτήσεις ή ανήκει σε καταξιωμένο (μόνο κλασικό φυσικά!) συνθέτη.

Η χορωδία είναι ακόμη με την τσίμπλα στο μάτι – το ζέσταμα όμως ξεκινά δυναμικά. Ο μαέστρος προτείνει μιας μέτριας ταχύτητας αρπισμούς, σε ποικιλία φωνηέντων, εξαντλώντας από πολύ νωρίς όλη σχεδόν την έκταση των φωνών. Βαριέται όμως. Ζητά μια αύξηση της ταχύτητας. Οι χορωδοί ανταποκρίνονται στα νεύματά του και με αύξηση έντασης. Οι φωνές τους πιέζονται. Εκείνοι το αντιμετωπίζουν σαν πρόκληση... και σαν κόντρα μεταξύ τους. Ο ήχος γίνεται τραχύς και εκκωφαντικός.


Ο μαέστρος προτείνει μια δεύτερη άσκηση – ίδιας λογικής... Οι χορωδοί συνεχίζουν την ίδια τακτική. Μερικοί απ' αυτούς καταλαβαίνουν ότι αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Δε διαμαρτύρονται – ποιος θα τους καταλάβει; Μόνο κοιτάζονται αναμεταξύ τους, μήπως και αισθανθούν ότι δεν είναι εντελώς μόνοι... Κάποιες ματιές διασταυρώνονται. Κάποιες μόνο...


Το ζέσταμα έλαβε τέλος. Οι χορωδοί έχουν καταπονηθεί πολύ, αλλά τώρα νιώθουν έτοιμοι να ξεκινήσουν το πρώτο έργο. Οι νότες έρχονται στα χέρια τους – πρώτο κομμάτι: ένα τρυφερό μαδριγάλι του Μοντεβέρντι. Βάλσαμο για τις φωνές, αλήθεια! Οι περισσότεροι όμως δεν το βλέπουν και τόσο τρυφερό – συνεχίζουν με την ίδια τραχύτητα. Μάταια ο μαέστρος προσπαθεί να τους χαλιναγωγήσει. Τους μιλά για το αποτέλεσμα που θέλει... αλλά δεν τους το δείχνει στην πράξη. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρει πώς να το κάνει – εκτός εάν... δε θέλει να το κάνει...

Η καταπόνηση συνεχίζεται για τρεις ώρες – μουσικά αδιάφορες. Διακόπτεται μόνο από ένα χορταστικό διάλειμμα.
Εκεί οι χορωδοί συζητούν. Κυρίως για το μισθό τους ή άλλα άσχετα πράγματα. Κάποιοι σκέφτονται ακόμα την πρόβα – με θλίψη. Δεν μπορούν να μιλήσουν στο μαέστρο, ούτε στην πλειονότητα των συναδέλφων – ξέρουν πως δε θα βρουν ανταπόκριση πουθενά. Σιγοψιθυρίζουν μόνο τις τρυφερές φράσεις του Μοντεβέρντι και κάπου-κάπου τις διακόπτουν με πικραμένες απορίες όπως: «άραγε εκείνο το ζέσταμα τι σκατά χρειαζόταν;»...

[Η παραπάνω ιστορία είναι καθ' όλα φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Θα μπορούσε, ωστόσο, να έχει συμβεί πραγματικά. Το «κλίμα» της χώρας μας το επιτρέπει!]


Ακούστε το Che se tu se'il cor mio από το Τέταρτο βιβλίο μαδριγαλιών για πέντε φωνές (SSATB) του Claudio Monteverdi. To συγκρότημα Concerto Italiano διευθύνει ο Rinaldo Alessandrini (Opus 111). Παρτιτούρα θα βρείτε εδώ.


Di Claudio Monteverde maestro della musica del sereniss. S. Duca di Mantoa. Il quarto libro de madrigali a cinque voci (Venezia, 1603).

Che se tu se' il cor mio,
come se' pur malgrado
del ciel e de la terra,
qualor piangi e sospiri,
quelle lagrime tue son il mio sangue,
quei sospir il mio spirto
e quelle pen'e quel dolor che senti
son miei, non tuoi tormenti.

[Battista Guarini]


Μια [πολύ] ελεύθερη λογοτεχνική απόδοση στα Αγγλικά:

For if, as I believe, you really love me
despite the counsel of the jealous world,
just as the winds are gathered by the tree,
your sufferings are drawn towards my soul;
and there I tend them so they multiply
and root in to my heart, and then my mind
till tears run in my veins, I breathe your sighs,
and all your sorrow and your grief is mine.
Look at me now; what is in your heart?
What anxieties are there? What fears?
For I am walking in the freezing rain
calling and calling to you through the storm,
although I know you cannot hear my cries
and your name will vanish with the winds.

[Charles Marshall, Ιούλιος 2006]

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2007

Περί σεβασμού ο λόγος



Πόσο «μικρός» μπορεί να γίνει ένας ερμηνευτής...; Πόσο...;

Πόσα «άλλοθι» μπορεί να δώσει μια παρτιτούρα...; Πόσα...;

Πόση μουσική μπορεί να χωρέσει σ' ένα χαρτί;

Και πόση σ' ένα μυαλό...;


Απ' όσο γνωρίζω —και διορθώστε με αν κάνω λάθος— η μουσική γραφή ξεκίνησε ως μέσο υπενθύμισης και πρακτικής διανομής της έμπνευσης του συνθέτη. Παλιότερα, οι ιδιότητες του συνθέτη και του ερμηνευτή δεν ήταν διακριτές και απαντώνταν μαζί στο ίδιο πρόσωπο. Ο ίδιος άνθρωπος έφτιαχνε και έπαιζε τη μουσική. Όσο η έμπνευση μεγάλωνε και τα δημιουργήματα γίνονταν πιο δομημένα και πιο πολυπρόσωπα, η καταγραφή τους ήταν επιβεβλημένη. Έτσι επινοήθηκε η μουσική σημειογραφίαπαρασημαντική).

Αυτό που πολλοί (ακόμη και επαγγελματίες μουσικοί) δεν έχουν συνειδητοποιήσει είναι ότι η μουσική γραφή (ακόμα και στις σημερινές πληρέστερες μορφές της) δεν αποτελεί μία πλήρη καταγραφή του μουσικού φαινομένου (της μουσικής δηλαδή) αλλά μία λεπτομερής σημείωση που —με λίγη καλή θέληση— μπορεί να οδηγήσει στην αναπαραγωγή του. Για να γίνει αυτό ευρύτερα κατανοητό, συνηθίζω να παραλληλίζω το φαινόμενο αυτό της μουσικής με εκείνο του λόγου:

Όταν κάποιος μιλάει και τον καταγράφουμε στο χαρτί, αυτό που ουσιαστικά σημειώνουμε είναι οι έννοιες, η συντακτική τους δομή και κάποιες νύξεις (με τη στίξη) ως προς τις προθέσεις (καταφατικές, ερωτηματικές, εμφατικές...) των προτάσεών του. Μέχρι εκεί όμως. Δεν καταγράφονται ούτε το ακριβές ύφος του, ούτε οι συχνότητες των φωνημάτων του, ούτε η ταχύτητα του λόγου, ούτε η έντασή του, ούτε η προφορά του! Όλα αυτά είναι αδύνατο να αποτυπωθούν στο χαρτί (ίσως όχι εντελώς αδύνατο, αλλά πάλι... δεν έχει νόημα για τα περισσότερα από αυτά). Κι όμως, εάν δώσουμε σε κάποιον —που δεν έχει ακούσει τον ομιλητή— να αναγνώσει φωναχτά το εν λόγω γραπτό, είναι πιθανό να πλησιάσει πάρα πολύ κοντά σε κάποια από τα ηχητικά στοιχεία του αρχικού ομιλητή! Πώς γίνεται αυτό...; Μέσω μια μαγικής έννοιας που λέγεται «τα συμφραζόμενα»!

Θέλετε να δοκιμάσετε κάτι; Διαβάστε την παρακάτω φράση φωναχτά και προσπαθήστε να ακούσετε τον εαυτό σας την ώρα που μιλάτε (εάν μπορείτε να την ηχογραφήσετε κιόλας, είσαστε σούπερ!):
Αύριο θα πάμε εκδρομή.
Θα παρατηρήσετε ότι ο τόνος της φωνής σας είναι μάλλον ουδέτερος – ίσως να γίνεται κατά τι πιο οξύς ή πιο καταληκτικός στη λέξη «εκδρομή»... Διαβάστε όμως κι αυτό:
Τελικά, δεν κατάφερα να βρω εισιτήρια για σήμερα. Αύριο θα πάμε εκδρομή.
Ξαναδιαβάστε το μια-δυο φορές ακόμη... Η πρώτη πρόταση —μετά τη λέξη «τελικά» και τη μικρή παύση που υπονομεύει το κόμμα— είναι πολύ λογικό να παρουσιάσει μία κορύφωση του τόνου της φωνής στη λέξη «δεν» και να ακολουθήσει μια φθίνουσα πορεία (τονικά) μέχρι την τελεία. Λογικό, μια και υπαγορεύεται από τη μνήμη μας σε τέτοιου είδους αρνητικές προτάσεις. Προσέξτε όμως την επόμενη πρόταση: η λέξη «εκδρομή» χάνει τον —ανεπαίσθητο μάλλον— τονισμό της ενώ οξύνεται αρκετά πλέον η λέξη «αύριο»!!! Πώς γίνεται αυτό, όταν στο χαρτί η καταγραφή είναι πανομοιότυπη, χωρίς υπογραμμίσεις ή άλλα σύμβολα;;; Μα... από τα συμφραζόμενα!!! Το περιβάλλον της άρνησης στην προηγηθείσα πρόταση μεταβάλλει το σκοπό της δεύτερης από απλά δηλωτικής σε διευκρινιστική, δημιουργώντας μία εντελώς διαφορετική καμπύλη τονισμού στην ομιλία μας.

Υπάρχουν, δηλαδή, τρόποι μιας —μερικής— αποκατάστασης του προφορικού λόγου μέσα από ένα γραπτό. Πλήρης και ακριβής αποκατάσταση είναι φυσικά αδύνατη. Αλλά μας ενδιαφέρει; Ίσως όχι. Αυτό που μας ενδιαφέρει ουσιαστικά είναι η αποκατάσταση των νοημάτων και της γενικής αίσθησης, του κλίματος της ομιλίας. Σε πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις (θέατρο) μας ενδιαφέρει και η προφορά, η προσωδία, η ένταση, ίσως η ταχύτητα και σίγουρα η συναισθηματική φόρτιση.

Δεδομένου ότι όλοι μας μιλάμε από μωρά και γράφουμε από πολύ μικρή ηλικία, η διαδικασία αυτή είναι αυτονόητη και πραγματοποιείται μηχανικά, χωρίς σκέψη, από τους περισσότερούς μας. Βέβαια, ένας χαζός (ή δυσλεξικός ή... απλά αδιάφορος) αναγνώστης θα προσπεράσει τη διαφορά. Ένας όχι και τόσο υποψιασμένος θα ανακαλύψει τη διαφορά με τη δεύτερη ίσως απόπειρα, ενώ ένας έμπειρος, που διαβάζει και λίγο πιο μπροστά χρονικά το κείμενο, θα τα καταφέρει με τη μία (prima vista). Ο επαγγελματίας όμως (αφηγητής, ηθοποιός) ΟΦΕΙΛΕΙ να έχει πλήρη επίγνωση αυτού του φαινομένου. Και, επιπλέον, οφείλει να μπορεί να προσαρμοστεί στις συνθήκες ανάγνωσης της εποχής από την οποία προέρχεται το εκάστοτε κείμενο. Δεν μπορεί να απαγγέλλει τον Shakespeare ωσάν ράπερ! [Χμ... ενδιαφέρον θα είχε ωστόσο...! ;-) ]

Ας γυρίσουμε τώρα στη μουσική. Ισχύουν ακριβώς τα ίδια πράγματα. Τι διαφέρει; Η μουσική είναι μια πιο αφηρημένη γλώσσα. Έτσι λένε τουλάχιστον – γιατί εγώ προτιμώ να τη βλέπω ως μία αρκετά συγκεκριμένη γλώσσα, που δεν περιγράφει όμως έννοιες (με εξαίρεση την προγραμματική μουσική) αλλά συναισθήματα ή συναισθηματικές καταστάσεις. Έχει δομή, έχει συντακτικό (προκύπτει από την τρέχουσα και προγενέστερη μουσική παράδοση), έχει φράσεις, έχει στίξη, έχει μεταβολές τόνου, ρυθμού και έντασης. Έχει και συμφραζόμενα!* Απλά είμαστε λιγότεροι αυτοί που μαθαίνουμε καλά αυτή τη γλώσσα (εδώ υπολογίζω όχι μόνο τους μουσικούς αλλά και τους ακροατές, τους συνειδητούς φιλόμουσους ακροατές) και ακόμα λιγότεροι (ειδικά στην Ελλάδα) αυτοί που ξέρουμε να τη γράφουμε και να τη διαβάζουμε. Και να σκεφτείτε ότι αναφέρομαι ουσιαστικά σε δύο μόνο από τις μουσικές γλώσσες που συναντούμε παγκοσμίως: τη δυτικοευρωπαϊκή (κλασική, ποπ...) και την ανατολική (βυζαντινή, ελληνική παραδοσιακή – λαϊκή...). [Βάλτε και τη τζαζ, αν θέλετε, ως τρίτη...]

Έτσι, λόγω της άγνοιας ή της ημιμάθειας (που —ως γνωστόν— είναι χειρότερη της αμάθειας) οι περισσότεροι από μας τους μουσικούς πέφτουμε διαρκώς σε σωρεία παραπτωμάτων. Πιστεύουμε ότι αρκεί να διαβάσουμε επακριβώς την παρτιτούρα για να αναπαράγουμε τη μουσική. Πολλές φορές μας το διδάσκουν κιόλας! Έτσι, μαθαίνουμε να βλέπουμε μόνο τις νότες και όχι πίσω απ' αυτές! Άλλες πάλι φορές, εξαιτίας της εξαιρετικής δομικής ή τεχνικής πολυπλοκότητας ενός έργου, δίνουμε το βάρος στην άρτια αντιμετώπιση αυτών και όχι στο πνεύμα του μουσικού κειμένου, θεωρώντας —εσφαλμένα— ότι ο φιλόμουσος ακροατής μας έχει την ίδια επαφή που έχουμε εμείς με το έργο κι ότι ορισμένα πράγματα απλά εννοούνται. Εκείνος όμως ίσως ακούει τη σονάτα ή την άρια που ερμηνεύουμε για πρώτη φορά και ίσως δεν έχει τη δυνατότητα να την αντιπαραβάλει στο μυαλό του με άλλες γνωστές εκτελέσεις ή τη μελέτη των σωζόμενων μαρτυριών της εποχής για το έργο.

Αυτό όμως, που είναι εξαιρετικά κατακριτέο —και, πιστέψτε με, το αναφέρω απολύτως καλοπροαίρετα— είναι όταν ο μουσικός αδυνατεί (ή αδιαφορεί) να κατανοήσει τις προθέσεις του συνθέτη και καταφεύγει στην εύκολη λύση της παραποίησης του μουσικού κειμένου. Σε κάποιους από σας ίσως φανεί υπερβολικό αυτό που λέω, πολύ φοβάμαι όμως πως το βλέπω μπροστά μου κάθε μέρα και μ' ενοχλεί όλο και περισσότερο (μιλώ κυρίως για τον κλασικό χώρο, που δουλεύει αποκλειστικά με παρτιτούρες). Και εκνευρίζομαι αφάνταστα όταν το βλέπω ακόμα και σε μαέστρους, σ' εκείνους δηλαδή που υποτίθεται πως έχουν τη γνώση να καθοδηγήσουν ερμηνευτικά ομάδες μουσικών! Παίρνουν το μολυβάκι, δηλαδή, και τροποποιούν την παρτιτούρα κατά πώς τους εξυπηρετεί, χωρίς να ξοδέψουν ούτε ένα δευτερόλεπτο από τη ζωή τους για να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι πραγματικά ήθελε «να πει ο ποιητής»!!! Συνήθως δε, καταλογίζουν άγνοια ή προχειρότητα στο συνθέτη ή τον αντιγραφέα – λες και τα τυπογραφικά λάθη δεν ξεχωρίζουν από κάτι το εσκεμμένα διαφορετικό...

Ωστόσο, και οι ηθοποιοί δεν πάνε πίσω. Ορισμένοι συνηθίζουν να προσθαφαιρούν λέξεις (π.χ.: «και») για να φέρουν το κείμενο στα δικά τους εκφραστικά μέτρα, αντί να αναζητούν το χαμένο τρόπο εκφοράς του λόγου των ηρώων του συγγραφέα........ Κύριο αντεπιχείρημά τους (και των μουσικών επίσης...) είναι ο ευνουχισμός της δικής τους προσωπικότητας. Μα... όσο καλά και να αποκρυπτογραφήσει κανείς το πνεύμα ενός δημιουργού, πάντα υπάρχει χώρος για μια προσωπική πινελιά! Αλλιώς κάθε ερμηνεία θα ήταν ίδια με όλες τις άλλες!!! Το ζητούμενο στην όλη υπόθεση είναι το πνεύμα του συγγραφέα ή του συνθέτη να οδηγεί την ερμηνεία και όχι το αντίθετο.

Τώρα... θα μου πείτε: «καλά, εάν το αποτέλεσμα είναι εξίσου καλό, εσένα τι σε κόφτει;» Σας λέω, λοιπόν, ότι όλη η ιστορία δεν είναι παρά θέμα σεβασμού απέναντι στο συνθέτη ή το συγγραφέα αντίστοιχα. Είναι θέμα αρχών. Είναι θέμα αρχών που φθίνουν σήμερα. Και οι αρχές είναι ζήτημα παιδείας και καλλιέργειας.

Εν τέλει... εκείνος που δε σέβεται το έργο ενός δημιουργού ίσως τελικά δε σέβεται ούτε τον ίδιο του τον αυτό!

_______

* Προσοχή! Συνήθως οι τραγουδιστές συγχέουν τις φράσεις, στίξεις και τονισμούς της μουσικής με τις φράσεις, στίξεις και τονισμούς του κειμένου που ερμηνεύουν. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικές γλώσσες που συνυπάρχουν χρονικά (κινούνται παράλληλα). Συνήθως ταυτίζονται – όχι πάντα όμως! Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα όπου η μουσική φράση και η φράση του κειμένου κινούνται ανεξάρτητα ή σχεδόν ανεξάρτητα. Μμ... ας πούμε... στις καντάτες του Μπαχ, όπου μία μεγάλη κολορατούρα μπορεί να περιέχει ένα μόνο μέρος της φράσης του κειμένου αλλά μία πληθώρα καταφατικών, ερωτηματικών, αρνητικών ή εμφατικών —διαλογικών αν θέλετε— μουσικών φράσεων, με πολύ περισσότερη στίξη απ' όση έχει το ποιητικό κείμενο στο ίδιο σημείο. Ή —αν θέλετε παράδειγμα εκτός κλασικής μουσικής— θυμηθείτε το “all in all you're just a[μουσική στίξη εδώ!]nother brick in the wall” των θρυλικών Pink Floyd ή το «Αγάπη πού 'γινες [μουσική στίξη εδώ!] δίκοπο μαχαίρι» των αξέχαστων Μάνου Χατζιδάκι & Βασίλη Τσιτσάνη.