Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Μικρό ξαράχνιασμα...



Όντως... πιάσαμε αράχνες εδώ μέσα... Πολλή σιωπή, για μήνες... Ό,τι και να πείτε θα έχετε ένα δίκιο.

Δύσκολο να μιλήσεις όταν δεν έχεις κάτι να πεις. Όταν δεν έχεις κάτι ουσιαστικό να μοιραστείς. Ή όταν έχεις τόσα πολλά που δεν ξέρεις από που να αρχίσεις... Η αλήθεια είναι κάπου ανάμεσα σ' αυτά – όσο κι αν ακούγεται μπερδεμένο αυτό...

Πάντως, όταν η φωνές σιωπούν, τα όργανα δίνουν τη λύση. Σας αφήνω, λοιπόν, με μία από τις μουσικές που ανακάλυψα πρόσφατα, ελπίζοντας πως αρκετοί από σας έχετε βαρεθεί «τους τύπους» των χαρούμενων μουσικών, των υψηλών τόνων, των καλάντων και των τετριμένων ευχών. Άλλωστε οι καιροί είναι δύσκολοι και οι ευχές δεν πιάνουν – εμείς είμαστε που θα τις κάνουμε πράξη!

Ακούστε τους Trygve Seim και Frode Haltli στο Praeludium / Bayaty / Duduki από το άλμπουμ Yeraz (ECM Records).

Και πράξτε ό,τι καλύτερο για το έτος που καταφθάνει! Χρόνια πολλά σε όλους!

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

Τελετές & Μουσικές



Είμαι από εκείνους τους γραφικούς τύπους που πάντα συγκινούνται με τις τελετές· ό,τι κι αν είναι αυτές, όσο μεγάλο ή ασήμαντο γεγονός κι αν σηματοδοτούν, ανεξάρτητα από τα ζητήματα πίστης ή των ιδεών που θέτουν. Παλιά ντρεπόμουν γι' αυτή την ευσυγκινησία· τώρα πια όχι τόσο. Αισθάνομαι ότι οι τελετές οριοθετούν σημεία στο χρόνο, σημεία μοναδικά που δεν πρόκειται να επαναληφθούν ποτέ.

Και οι μουσικές των τελετών πάντα με γοήτευαν, ειδικά εκείνες που ακούγονταν για μία και μοναδική φορά - κι ύστερα χάνονταν... Πολλές φορές προσπάθησα να τις θυμηθώ, ίσως και να τις ξαναβρώ. Όπως εκείνη την υπέροχη φανφάρα στους ολυμπιακούς της Ατλάντα. Συνθέτης της ήταν ένας πολύ αγαπημένος δάσκαλος της κινηματογραφικής μουσικής, που πάντα λάτρευα για την γλυκύτητα και την αμεσότητα των θεμάτων του: ο John Williams. Τη φανφάρα ερμήνευε η ορχήστρα Boston Pops, η διασημότερη ίσως ορχήστρα «ποικίλης μουσικής» στον κόσμο κι ένα θαυμάσιο υπόδειγμα για το πώς θα έπρεπε να ακούγεται μια τέτοιου είδους ορχήστρα...

Φέτος κατάφερα επιτέλους να το βρω αυτό το κομμάτι και σας το παρουσιάζω (ή σας το ξαναθυμίζω). Λέγεται Summon the Heroes και πρωτοακούστηκε στην τελετή έναρξης των ολυμπιακών αγώνων της Ατλάντα, στις 19 Ιουλίου του 1996. Την ορχήστρα διηύθυνε ο ίδιος ο John Williams, που τότε ήταν και καλλιτεχνικός της διευθυντής. Στο σόλο τρομπέτα ακούγεται ο εξαιρετικός κορυφαίος της ορχήστρας Timothy Morrison.

Η φανφάρα ήταν η δεύτερη που έγραψε ο Williams για τους ολυμπιακούς αγώνες· είχε προηγηθεί μια άλλη απλούστερη λίγα χρόνια πριν, στο Λος Άντζελες (1984). Η δεύτερη όμως υπήρξε πιο ολοκληρωμένη ως σύνθεση και έχει έκτοτε διασκευαστεί για πολλούς τύπους συνόλων, ενώ από τότε χρησιμοποιείται τακτικά στα αμερικανικά trailers πολλών μεταγενέστερων αγώνων.

...

Αχ... τώρα μου μένει να βρω κι εκείνο το υπέροχο δημιούργημα του Νίκου Κηπουργού (Double Helix λέγεται, αν δεν κάνω λάθος, που ακούστηκε στη δική μας τελετή έναρξης, στην ενότητα The Book of Life (Το Βιβλίο της Ζωής)... (ξέρετε, εκεί που το ολόγραμμα της διπλής έλικας του DNA ξεπρόβαλε από το νερό...). Αν κάποιος γνωρίζει κάτι γι' αυτό θα με υποχρεώσει! :)

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

Το όνειρο της Ψυχής



Μερικά πράγματα δεν μπορείς παρά να τα μοιράζεσαι. Όσο κι αν λείπεις, όσο κι αν έχεις ξεχαστεί.

...

César Franck: Ψυχή, συμφωνικό ποίημα για ορχήστρα και χορωδίa [Τέσσερα αποσπάσματα για ορχήστρα] – Le Sommeil de Psyché (Το όνειρο της Ψυχής) – Lento. Τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Στρασβούργου διευθύνει ο Jan Latham-Koenig.

Γνώρισα το παραπάνω έργο πολύ πρόσφατα. Την ερμηνεία που ακούτε σήμερα τη βρήκα τυχαία· το μαέστρο δεν τον έχω ξανακούσει, αλλά νομίζω πως έχει κάνει αρκετά καλή δουλειά.

Την αφιερώνω σε όσους μένουν.

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Πιστεύω;



Όσο ξεφεύγω από τα καθημερινά και αφουγκράζομαι τα σπουδαία..., ναι· ίσως τελικά να πιστεύω περισσότερο απ' όσο νομίζω...

Ευχές σε όλους, πιστούς και μη!

Ο πίνακας (Ο άπιστος Θωμάς) ανήκει στον Caravaggio. Το μουσικό θέμα With This Love που ακούγεται σήμερα είναι από το άλμπουμ Passion του Peter Gabriel, το soundtrack της ταινίας Ο Τελευταίος Πειρασμός του Martin Scorsese (βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη). Και τα δύο εκλεκτά έργα αφιερώνονται εξαιρετικά στην εκλεκτή της καρδιάς μου.

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Παιχνίδια της μνήμης



Παρεξηγημένη υπόθεση η βυζαντινή μουσική! Παρεξηγημένη και παραμελημένη. Ο δυτικός τρόπος ζωής επιτρέπει την ύπαρξή της μόνο ως ένα είδος —θα έλεγα— εξωτικό! Η παντοκρατορία της δυτικής μουσικής έχει επιβληθεί από τις πολυεθνικές βιομηχανίες ως ένας ασφαλής τρόπος για τον έλεγχο της αγοράς, με τους άλλους πολιτισμούς σε ρόλο επικουρικό και μάλλον τουριστικό· έτσι, για την ποικιλία.

Οι μεγάλες μονοκρατορίες της μουσικής έχουν καταφέρει να ελέγχουν τις μνήμες μας. Έχουν καταφέρει να ελέγχουν τι θυμόμαστε και πόσο το θυμόμαστε. Θέλουν να έχουμε έντονες δυτικές μνήμες για να μπορούν να μας λανσάρουν κάθε φορά κάτι παρόμοιο και κοντινό, άρα και εμπορεύσιμο. Θέλουν όμως να θυμόμαστε και πράγματα από τα παιδικάτα μας, γιατί στην περίπτωση που αντιδράσουμε θα έχουν έναν άριστο τρόπο να μας κάνουν να αισθανθούμε ότι ξεφύγαμε επιτυχώς, ότι βρήκαμε το εναλλακτικό – που και πάλι όμως εκείνοι πουλάνε και ελέγχουν! Κι έχουν και τον τρόπο να μας κάνουν να ξαναγυρίσουμε σε πιο mainstream επιλογές...

Η μνήμη, ωστόσο, παίζει τα δικά της παιχνίδια... Μερικές φορές, όσο πολλαπλασιάζεται σε βάθος γενεών, δημιουργεί τα δικά της παρακλάδια, τις δικές της μεταλλάξεις, και ενίοτε υποσκελίζει ακόμα και τα καταγεγραμμένα μνημεία. Είναι δύσκολο να πει κανείς τι απ' όλα είναι λάθος και τι σωστό, τι είναι ομορφότερο και τι πιο αδιάφορο: το καταγεγραμμένο ή εκείνο που επέζησε μέσω της προφορικής παράδοσης;

Αλλιώς θυμάμαι το Ω γλυκύ μου Έαρ κι αλλιώς το ακούω σήμερα από την Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία του Λυκούργου Αγγελόπουλου... Πόσο μάλλον όταν —στη συγκεκριμένη ηχογράφηση— ξεπροβάλλει αίφνης ένας στίχος σε μια άγνωστη γλώσσα της ανατολής, παιχνίδι μνήμης που ενώνει στο μυαλό μας όλους αυτούς τους όχι και τόσο μακρινούς πολιτισμούς...

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Lachrimae Verae



Θα μπορούσε να είναι και στο κλίμα των ημερών αυτό που θέλω να πω. Υπάρχουν στιγμές που μερικοί από μας στεκόμαστε έξω από τα πράγματα και παρακολουθούμε χωρίς τη δυνατότητα να αντιδράσουμε ή χωρίς την επιθυμία να συμμετέχουμε σ' αυτά. Σε κάθε περίπτωση, γινόμαστε παρατηρητές· μα πάντα εκούσια.

Δε θα ήθελα να ασκήσω καμία κριτική και δε θα κρίνω αν αυτό είναι καλό ή κακό, επιτηδευμένο ή αναπόφευκτο. Μπορεί, όμως, να επέλθει η λύτρωση χωρίς —με τον ένα ή τον άλλο τρόπο— να εμπλακούμε;

...

Σήμερα ακούμε Lachrimae Verae του John Dowland, από έναν πολύ ιδιαίτερο δίσκο της ECM —που φλερτάρει τα όρια του crossover— υπό τον γενικό τίτλο In Darkness Let Me Dwell.

Αφιερωμένο εξαιρετικά σ' εκείνους που «επιμένουν» να παρατηρούν...

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Cruci-fiction



Μου πήρε ένα εικοσιτετράωρο να αποφασίσω τι μουσικές να βάλω στο ιστολόγιο εν όψει των ημερών, έκανα κύκλους και κύκλους... και τελικά κατέληξα σε πράγματα γνωστά και αγαπημένα. Η Εβδομάδα των Παθών ήταν ανέκαθεν αγαπημένη εβδομάδα για μένα – τουλάχιστον μουσικά. Όλοι ξαφνικά ανακάλυπταν την «πραγματική μουσική» και γέμιζε ο τόπος από ήχους ενδιαφέροντες! Τα τελευταία χρόνια μπήκε στο παιχνίδι και το κανάλι «Βουλή – Τηλεόραση». Φέτος όμως φαίνεται πως θα προβάλει λιγότερα ακόμη κι από τα συνηθισμένα του. Δυστυχώς.

Πολύς κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει πόσο μπορεί να ενδιαφέρει τον ακροατή μια μουσική (λιγότερο ή περισσότερο) πένθιμη. Όπως, ακόμη, δεν μπορεί να καταλάβει τη σχέση των μουσικών με το Θείο! Ίσως αυτό να συμβαίνει επειδή πολλές φορές η μουσική γράφεται για να εξυμνήσει το Θείο, ενώ άλλες απλά εμπνέεται απ' αυτό. Άλλες, πάλι, το Θείο λειτουργεί μόνο ως πρόφαση. Κάθε δημιουργός και κάθε ερμηνευτής έχει μια πολύ προσωπική σχέση με το θέμα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι τα έργα που παράγονται μπορούν να είναι —υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις— συγκλονιστικά.

Δε θα μπορούσα να προσπεράσω χωρίς να ακούσω —για μία τουλάχιστον φορά το χρόνο— το εναρκτήριο χορωδιακό από τα Κατά Ιωάννη Πάθη του Μπαχ. Αυτή τη χρονιά το απολαμβάνω σε μία σχετικά καινούρια, «σπιτική» σε όγκο εκδοχή, υπό τον Ολλανδό μαέστρο Jos Van Veldhoven.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Χορωδία – η κοινωνία των τραγουδιστών



Χορωδίες, φωνητικά σύνολα, «ορχήστρες φωνών»... Γέμισε ο τόπος με δαύτα! Κάθε ωδείο, κάθε σχολείο, κάθε γειτονιά, κάθε εκκλησία έχει κι από ένα! Ναι, για την Ελλάδα μιλάω. Βέβαια, το έργο σε καθένα απ' αυτά δεν έχει καμία σχέση με εκείνο που εσείς, οι κοσμογυρισμένοι, έχετε στο μυαλό σας και συνήθως χαρακτηρίζεται με την καταχρηστική έννοια του όρου «ερασιτεχνικό». Στη συνείδηση όμως των περισσότερων Νεοελλήνων, η λέξη χορωδία είναι συνήθως συνυφασμένη με κάποια από τις παρακάτω εικόνες:
  • ομάδα ψαλτών (ανδρών) που ψέλνουν στις εκκλησίες
  • ομάδα τραγουδιστών κάθε ηλικίας (συνήθως του ιδίου φύλου), που κάνουν το κέφι τους τραγουδώντας αγαπημένο παραδοσιακό ή «έντεχνο λαϊκό» ρεπερτόριο (π.χ. καντάδες), απαραιτήτως με ομοιόμορφη αμφίεση ή στολές
  • ομάδα παιδιών, αμφιβόλων μουσικών δεξιοτήτων, πάντα με ομοιόμορφη αμφίεση, που καθοδηγούνται από έναν δάσκαλο με γνώσεις μουσικής εν είδει ατραξιόν!
  • οποιοδήποτε έντεχνο μουσικό σύνολο, ανεξαρτήτως εάν περιλαμβάνει φωνές ή όχι!!!
Σπανίως δε, ταυτίζεται (όχι άδικα) με το χορό του αρχαίου δράματος. Μόνο το μυαλό των ειδημόνων θα πάει απευθείας στη συμφωνική χορωδιακή μουσική ή την όπερα. Και δικαιολογημένα. Στο μεγαλύτερο τμήμα της χώρας μας δε λειτούργησε ποτέ συστηματικά η πολυφωνική μουσική που άνθισε κατά κόρον στη Δυτική Ευρώπη, ούτε περιελήφθη ποτέ στη γενική εκπαίδευση. Ό,τι αντιπροσωπεύει η λέξη «χορωδία» στο μυαλό του μέσου συμπολίτη μας προέρχεται από τον πλασματικό κόσμο της τηλεόρασης κυρίως: ψάλτες στη λειτουργία της Κυριακής, παιδάκια να τραγουδούν για την ειρήνη, γυναίκες εξωραϊστικών συλλόγων σε δημοφιλή παραδοσιακά άσματα...

Το παράδοξο του πράγματος, ωστόσο, είναι το εξής: οι άμεσα εμπλεκόμενοι στο χώρο της κλασικής μουσικής (μαθητές ωδείων, μουσικών σχολείων, καθηγητές, επαγγελματίες μουσικοί...) έχουν διαγράψει από το μυαλό τους όλα τα παραπάνω σκηνικά! Για εκείνους, η χορωδία είναι —αποκλειστικά και μόνο— μια άσκηση πολυφωνίας, μία επίδειξη συντονισμού και ομοιογένειας, μία ευκαιρία επαφής με το έργο μεγάλων δημιουργών και μια συγκυρία ανάδειξης σολιστικών φωνών! Πέρα από τις χορωδίες των ωδείων, των σχολείων και των μεγάλων κρατικών φορέων, τίποτε άλλο δεν ονομάζεται «χορωδιακό τραγούδι»!

Όσο, μάλιστα, εμβαθύνουμε σε αμιγώς επαγγελματικούς χώρους, οι απαιτήσεις μεγαλώνουν και ο ανταγωνισμός κυριαρχεί. Κύρια προϋπόθεση για να ανήκει κάποιος εκεί είναι η σολιστική του ικανότητα (η τεχνική και η ερμηνευτική του επάρκεια) στο κλασικό τραγούδι και τη μουσική ανάγνωση. Χρόνια τώρα αυτό ζητείται! Οι ακροάσεις δεν είναι τίποτε περισσότερο από μίνι εξετάσεις κλασικού τραγουδιού!!! [«Οι υποψήφιοι θα πρέπει να προετοιμάσουν μία άρια αντίκα, μία άρια από όπερα ή ορατόριο και ένα μη στροφικό lied...» – Χμ... κάτι μου θυμίζει...] Αφήστε που και οι εξετάσεις της μονωδίας (πάντα σιχαινόμουν αυτή την άκρως εγωιστική λέξη!) αφήνουν συνήθως απέξω θέματα ζωτικής σημασίας για έναν χορωδό αλλά και για έναν τραγουδιστή γενικότερα. Σπανίως δίνεται βάρος στην τονική σταθερότητα, στον έλεγχο των δυναμικών, στην ακρίβεια της απόδοσης των σημείων έκφρασης της παρτιτούρας, στην ευελιξία της εκφοράς των διαφόρων γλωσσών. Και σχεδόν ποτέ δεν εξετάζεται η ικανότητα του τραγουδιστή να συμπορευτεί με άλλους μουσικούς· ο πιανίστας, μάλιστα, που τον συνοδεύει αντιμετωπίζεται συχνά σα να μην υπάρχει, σα να είναι απλά το σκονάκι του τραγουδιστή που του υπενθυμίζει τον τόνο...!

Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς μπορείς να επιλέξεις έναν συνεργάτη χωρίς θα θέσεις υπό κρίση —έστω για ένα μικρό χρονικό διάστημα— την ικανότητα συνεργασίας και προσαρμογής του με τους άλλους. Πέρα από τα στοιχεία του χαρακτήρα, που λίγο ή πολύ αποκαλύπτονται με τον καιρό, υπάρχουν αντικειμενικά μουσικά χαρακτηριστικά που μπορούν να τεθούν υπό τεχνητή δοκιμή στις ακροάσεις ενός φωνητικού συνόλου. Υπάρχουν απλά και εύκολα τεστ για να δει κανείς τις δυνατότητες ελέγχου μιας φωνής και του αυτιού (από κει ξεκινούν όλα άλλωστε!), τις ευκολίες προσαρμογής της σε διαρκώς μεταβαλλόμενα ηχητικά περιβάλλοντα και την ικανότητα να ακολουθήσει κανείς με ακρίβεια οδηγίες ή να λειτουργήσει συλλογικά στο σωστό και το λάθος.

Τι να τον κάνω έναν τραγουδιστή που μπορεί να πει εξαιρετικά μία ρομαντική άρια (κατά πάσα πιθανότητα θα έχει την μάθει με το δίσκο...) όταν δεν μπορεί να συντονιστεί με ακρίβεια και ευελιξία σε μία φράση τεσσάρων μέτρων με «πονηρές» αξίες και σημεία άρθρωσης;;; Τι να τον κάνω όταν κάθε φορά που νιώθει σίγουρος γι' αυτό που τραγουδάει προσπαθεί να επιβάλει την παντοδυναμία της φωνής του στους δίπλα και να τους παρασύρει στον ηχητικό υποσκελισμό της παραπέρα φωνής;;; Τι να τον κάνω όταν φιλοδοξεί να ξεχωρίσει από τη «μάζα» της χορωδίας;;; Τι να τον κάνω όταν ενοχλείται από την καλοπροαίρετη υπόδειξη ενός συναδέλφου;;;

Για μένα η χορωδία αντιπροσωπεύει ένα πρωταρχικό μουσικό (και όχι μόνο) κοινωνικό κύτταρο. Θα μπορούσε κανείς να πει το ίδιο και για την ορχήστρα· εκεί, όμως, η μεγαλύτερη εξειδίκευση τής προσδίδει χαρακτηριστικά μιας πιο εξελιγμένης κοινωνικής ομάδας. Στις χορωδίες όλοι έχουμε παρεμφερείς ρόλους και δοκιμαζόμαστε στις ίδιες κοινωνικές συμπεριφορές. Κι ο μαέστρος της χορωδίας δεν είναι δικτάτορας αλλά δάσκαλος· ο δάσκαλος που θα μας καθοδηγήσει στη συνεργασία και στο μουσικό αλληλοσεβασμό των προτερημάτων και των ιδιαιτεροτήτων του καθενός από μας.

Κάθε τραγουδιστής μέσα σε μία (καλοστημένη φυσικά) χορωδία δεν έχει τίποτε να χάσει· μόνο να κερδίσει· και στον έλεγχο της τεχνικής του, και στους εκφραστικούς του ορίζοντες και στον αυτοπεριορισμό των λαθών του... παντού! Κυρίως, όμως, βρίσκει τη μοναδική ευκαιρία να ωριμάσει κοινωνικά, τόσο που να μπορεί αργότερα και μόνος να κοινωνήσει τη μουσική του προς το κοινό με μεγαλύτερη ευθύτητα και αλήθεια.


Χτισμένο πάνω σε τέτοιου είδους αξίες, το φωνητικό σύνολο Brigham Young University Singers (που εικονίζεται στη φωτό σε νεότερη ηχογράφηση) ερμηνεύει το έργο
When David Heard* του trendy 38άρη Eric Whitacre, συνθέτη —μεταξύ άλλων— και της πρώτης trance-opera!!! Δείτε, επίσης, βίντεο με τον ίδιο το συνθέτη να διευθύνει την ηχογράφηση της μίνι σατυρικής του τριλογίας The Animal Crackers.


* When David heard that Absolom was slain he went up into his chamber over the gate and wept, and thus he said: O my son Absalom, my son, my son Absalom! Would God I had died for thee, O Absolom, my son, my son! [Samuel II, 18:33]

* Και εταράχθη ο βασιλεύς (Δαβίδ) και ανέβη εις το υπερώον της πύλης, και έκλαυσε· και ενώ επορεύετο, έλεγεν ούτως· Υιέ μου Αβεσσαλώμ, υιέ μου, υιέ μου Αβεσσαλώμ· είθε να απέθνησκον εγώ αντί σου, Αβεσσαλώμ, υιέ μου, υιέ μου.
[Σαμουήλ Β΄, 18:33]

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Περί τραγουδιού ο λόγος



Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως. Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σάς όσο κι από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας.

Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας —αφού γεννήθηκα τον ίδιο καιρό με σας και μες στον ίδιο χώρο—, που θα φωτίσω τις κρυφές και αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γεννούν δικές σας και θα μεταφερθούν στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος σας και να χαθεί για πάντα —αν είναι δυνατόν— ο εφησυχασμός σας. Κι ας μη μπορείτε να με τραγουδήσετε. Μήπως τάχα μπορείτε να εξαφανίσετε ένα πουλί ή να το φανερώσετε μέσα απ' το φόρεμα ή το μαντήλι σας; Κι όμως δεν θα το ξεχάσετε ούτε θα το ξεχάσετε σ' όλη σας τη ζωή. Και θα το λέτε στα παιδιά σας έτσι όπως το πρωτοείδατε κάποια φορά από ένα μάγο σ' ένα πανηγύρι – καθώς και το τραγούδι μου.

Θα το θυμάστε και θα το έχετε εντός σας, χωρίς την δυνατότητα να το γλεντήσετε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή. Μόνο να το ψελλίζετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή ή σαν το «Υπερμάχω».

Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό και ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια.

Δεν είναι το τραγούδι μου μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ' απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες. Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από δω, δε σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μεσ' απ' τη μουσική μου. Σε μένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήσετε. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω!

Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ' ένα μύθο κοινό. Κι όπως στο χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν' ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν' ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο, που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι από την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε.

Από το βιβλίο «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», με «τριάντα έξι κείμενα του Μάνου Χατζιδάκι που δημοσιεύθηκαν κατά καιρούς σε περιοδικά και εφημερίδες ή εκφωνήθηκαν σε ζωντανές ομιλίες προς το κοινό», όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό σημείωμα. Εκδόσεις «Ίκαρος».

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Θέμα γούστου;



Πέρασε καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα κάτι σε τούτο εδώ το blog... Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή μου που δε θέλω να πω πολλά· ή δεν έχω να πω πολλά. Και προτιμώ να είμαι σιωπηλός.

Πέρασε καιρός κι από τότε που ανακάλυψα κάποιους πραγματικά ωραίους δίσκους, κάποιες ωραίες καινούριες ερμηνείες... Χάθηκα κυριολεκτικά σήμερα το απόγευμα σε ήχους και φωνές ιδανικές· ιδανικές σύμφωνα με τα δικά μου προσωπικά κριτήρια: απλές, μεστές, χωρίς έπαρση, χωρίς επιβολή, ακριβείς και ακριβές, ικανές να δέσουν μεταξύ τους και να δώσουν χώρο στις άλλες φωνές και τα όργανα...

Το ωραίο, το ιδανικό είναι ασφαλώς υποκειμενικό. Το ίδιο ισχύει και για το γούστο. Η κριτική είναι κάτι ελαφρώς διαφορετικό. Δεν αποτελεί δημοσιοποίηση του προσωπικού, υποκειμενικού γούστου μας, αλλά των αντικειμενικών στοιχείων εκείνων που θα μπορούσαν να μας κάνουν να αποφασίσουμε εάν κάτι είναι του γούστου μας ή όχι.

Τις περισσότερες φορές που ζητάμε την κριτική κάποιου για μία μουσική ερμηνεία που έτυχε να παρακολουθήσει, εκείνος μας μεταφέρει απλά το προσωπικό του γούστο αντί να μας κατατοπίσει ως προς τη συνολική εικόνα της συγκεκριμένης ερμηνείας. Αρκείται στο «δε μου άρεσε το δεύτερο μέρος· με άγχωσε», αντί να μας πει ότι «το δεύτερο μέρος ο μαέστρος το πήρε γρήγορα, σαν σε μία κίνηση, βγάζοντας πιο έξω τον αρμονικό σκελετό, αδιαφορώντας μάλλον για για τις μικρές διαβατικές λεπτομέρειες», αφήνοντας απέξω δηλαδή την πληροφορία εάν η συγκεκριμένη πρακτική είναι σύμφωνη με το γούστο του ή όχι.

Πολύς κόσμος που ξεκινά να ανακαλύπτει τον κόσμο της κλασικής μουσικής με ρωτάει συχνά πώς θα βρει άκρη στον κυκεώνα της δισκογραφίας, αναζητώντας μια «καλή» εκτέλεση ενός έργου. Δύσκολο να απαντήσει κανείς με σιγουριά... Πώς να χαρακτηρίσει κανείς μία ερμηνεία ως «καλή»; Και πώς να αφήσει το προσωπικό του γούστο απέξω;

Αυτό που εγώ προσπαθώ να πετύχω σε μία τέτοια περίσταση είναι να οργανώσω τα συναισθήματά μου μέσω της λογικής. Το πρώτο και πιο βασικό συστατικό που θα αναγνώριζα σε μία καλή ερμηνεία είναι η αλήθεια της· χωρίς να δίνω σημασία στο πώς «λέγεται» κάτι, ψάχνω να δω εάν είναι καταρχάς ειλικρινές, εάν με πείθει δηλαδή η όλη αντιμετώπιση του έργου. Πιστέψτε με, το γεγονός ότι ο ερμηνευτής έχει καταλάβει καλά το έργο είναι ένα πράγμα που φαίνεται. Άσχετα αν εκείνος έχει καταλάβει κάτι διαφορετικό από μας. Σημασία έχει να μπορεί ο ερμηνευτής να περάσει στον ακροατή με ειλικρίνεια και πειθώ αυτό που έχει καταλάβει για το έργο, αυτό που έχει αισθανθεί.

Ένα δεύτερο συστατικό είναι η ιστορική συνέπεια της ερμηνείας, με άλλα λόγια η σαφής προσπάθεια σεβασμού του πνεύματος του συνθέτη και της εποχής του. Εδώ τα πράγματα είναι μετρήσιμα και δε χρειάζεται να είναι κανείς μουσικολόγος για να τα εκτιμήσει. Λίγο διαβασματάκι σε σχετικά βιβλία, ειδικά περιοδικά και sites, ακόμα και στη wikipedia λ.χ., είναι αρκετό για να σχηματίσει κανείς μια κάποια εικόνα για τα στυλ και τς πρακτικές.

Ως τρίτο και τελευταίο συστατικό αφήνω την τεχνική ακρίβεια. Ο καθένας, βέβαια, μπορεί να έχει διαφορετικές απαιτήσεις σ' αυτόν τον τομέα· ένας μουσικός, φυσικά, θα έχει πολύ μεγαλύτερες, ειδικά σε ό,τι αφορά το όργανό του. Υπάρχει όμως πάντα ένα κατώφλι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί —κατά κάποιον τρόπο— αντικειμενικό: η τεχνική επάρκεια οφείλει να είναι τέτοια ώστε να μη μας απασχολεί κατά την απόλαυση του έργου, να μην αλλοιώνει την ειλικρίνεια και την αυθεντικότητα της ερμηνείας. Θεωρώ πως αυτό είναι το ελαχίστως αποδεκτό.

Πάντως, το πιο δύσκολο κομμάτι μιας αντικειμενικής κριτικής είναι η συναισθηματική μας προσκόλληση στην πρώτη εκτέλεση από την οποία ανακαλύψαμε το έργο, γεγονός που πολλές φορές θολώνει τα νερά και δημιουργεί απατηλές εντυπώσεις για την ταυτότητά του. Ένας μουσικός θα μπορούσε να προσπεράσει το σκόπελο με την ανεύρεση και τη μελέτη της παρτιτούρας· όμως ο μέσος ακροατής δεν έχει τέτοιες ευκολίες. Έτσι, το θέμα επαφίεται στη διαίσθηση και την εμπειρία του, που με τον καιρό τον οδηγεί σε πιο ασφαλή μονοπάτια.

Πέρα από τα παραπάνω και το ανοιχτό μυαλό που μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει, καθένας μας οφείλει να είναι γεμάτος καλή προαίρεση και οπλισμένος με υπομονή.


Σας βάζω να ακούσετε σήμερα ένα απόσπασμα από το τελευταίο μου απόκτημα: τη Μεγάλη Λειτουργία σε σι ελάσσονα του J. S. Bach με μαέστρο τον Jos van Veldhoven (δεύτερος από αριστερά στη φωτό). Ο βαρύτονος Peter Harvey τραγουδά Et in Spiritum Sanctum από το Credo (Το Σύμβολον της Πίστεως). [Περισσότερες πληροφορίες εδώ. Δείτε κι ένα βίντεο σχετικό με την εν λόγω ηχογράφηση.]


Et in Spiritum Sanctum Dominum et vivificantem,
qui ex Patre Filioque procedit;
qui cum Patre et Filio simul adoratur et conglorificatur;
qui locutus est per Prophetas.
Et unam sanctam catholicam et apostolicam ecclesiam.

Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, (καὶ) τὸ ζωοποιόν,
τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορευόμενον,
τὸ σὺν πατρὶ καὶ υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον,
τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν.
εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν·


Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ελ. που με ξεκούνησε από τη σιωπή των ημερών.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Ατάλαντοι βολεμένοι



Και ατάλαντοι και βολεμένοι! Ο συνδυασμός που σκοτώνει!!! :) Όλοι τους ξέρουμε· όλοι τους έχουμε συναντήσει. Κυκλοφορούν απροκάλυπτα σε κάθε τομέα της επαγγελματικής ζωής. Ενίοτε το παίζουν και ειδήμονες, μάλιστα... ΤΡΟΜΑΡΑ ΤΟΥΣ!!!

Αχ..., επιτρέψτε μου να γίνω λίγο κακός· για σήμερα μόνο. Δε θα μιλήσω για την αφορμή· δεν έχει σημασία, άλλωστε. Στο δικό μου μυαλό τριγυρίζουν διάφορα παραδείγματα —κυρίως μουσικών, αλλά συμβαίνει και σε οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα— κι ένα ερώτημα με βασανίζει τις τελευταίες κάμποσες ώρες: ποιο να 'ναι αλήθεια το χειρότερο απ' τα δύο; η έλλειψη ταλέντου / ικανοτήτων ή η τεμπελιά που ακολουθεί το «βόλεμα»;

Όντας μουσικός, θα περίμενα να με ενοχλούσε περισσότερο το πρώτο. Ωστόσο, νομίζω πως το δεύτερο είναι πιο εκνευριστικό. Κι αυτό γιατί ως προς το ταλέντο δεν μπορείς ουσιαστικά να κάνεις κάτι. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις έναν άνθρωπο επειδή δεν έχει χαρίσματα και εξαιρετικές ικανότητες. Είναι πρακτικά αδύνατο να τα αποκτήσει εάν δεν τα διαθέτει ήδη. Το μόνο που μπορεί να κάνει αντ' αυτών είναι να συγκεντρώσει γνώση και να καλλιεργήσει τις όποιες τεχνικές δεξιότητες διαθέτει. Κι αυτό απαιτεί σίγουρα δουλειά.

Όταν όμως κάποιος «βολευτεί» κάπου (λέγε με δημόσιο ή άλλη βυσματική θέση...), οι ίδιες οι καταστάσεις τον οδηγούν σε μια «χαλαρότερη» επαγγελματική ευσυνειδησία —για να το πω πολύ ευγενικά— και πλέον εξαρτάται από τον ίδιο μονάχα αν θα εξακολουθήσει να παράγει έργο. Πολύ φοβάμαι πως μόνο η ύπαρξη ταλέντου / χαρισμάτων θα μπορούσε να του προκαλέσει το ενδιαφέρον να συνεχίσει να εργάζεται, παρά το εξασφαλισμένο της θέσης του...

Έτσι, το «βόλεμα» λειτουργεί σαν ένας καταλύτης που επεκτείνει την ανικανότητα σε οκνηρία. Και όσοι ζούμε και εργαζόμαστε δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους πραγματικά δεινοπαθούμε...

Υπάρχει άραγε κάποιο «αντιδραστήριο» που θα μπορούσε να μεταβάλει μια τέτοια χημική αντίδραση σε κάτι πιο υγιές...; Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς γι' αυτό; Μπορούμε...;

...

Προσπαθώ να παραμείνω πράος σήμερα, αλλά η διάθεσή μου είναι κατά βάθος εκρηκτική. Μόνο μία εξίσου εκρηκτική μουσική θα μπορούσε να τη φέρει στα ίσια της... και μου φαίνεται πως έχω τη σωστή επιλογή: την ορχηστρική έκδοση του Kanonensong από την Όπερα της Πεντάρας των Kurt Weill / Bertolt Brecht (Die Dreigroschenoper / The Threepenny Opera), έτσι όπως τη διηύθυνε (αλλά και τραγούδησε!!!) προχτές στο Μέγαρο ο HK Gruber με το Ensemble Modern, σε μία εξαιρετική συναυλιακής μορφής παρουσίαση που όποιος δεν παρακολούθησε... ας πρόσεχε, γιατί πραγματικά έχασε! Αφήστε που ήταν μια άριστη ευκαιρία για μερικούς συναδέλφους τραγουδιστές να δουν τι μπορεί να καταφέρει μια καλοδουλεμένη φωνή όταν δεν υποκύπτει στα συνηθισμένα «καλούπια»...!

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2008

«Και το CD... δωρεάν!»



Μην καταπιαστείτε με το φορεματάκι και το μπουτάκι· αυτά είναι κόλπα του σατανά για το μάρκετινγκ! Η εικονιζόμενη κυρία έχει να μας πει πολλά περισσότερα. Η βρετανίδα βιολονίστρια Tasmin Little είναι μια ανερχόμενη δύναμη διεθνώς. Το βιογραφικό της είναι ήδη πλούσιο και οι μέχρι τώρα συνεργασίες της εξαιρετικά ενδιαφέρουσες.

Η Tasmin, όμως, προχωρά λιγάκι παραπέρα... Αναφέρει χαρακτηριστικά:

Η κλασική μουσική, για κάποιον λόγο, έχει τη φήμη πως πρέπει να έχεις ειδική παιδεία για να την ακούσεις, πως πρέπει να έχεις ένα συγκεκριμένο χρώμα ή να ζεις σε ένα συγκεκριμένο μέρος· και αυτό το βαρέθηκα πια. Ήθελα να βγάλω όλους αυτούς τους φραγμούς και να δω τι θα γίνει.

Κι έτσι, πριν δύο ακριβώς εβδομάδες, ηχογράφησε τον τελευταίο της προσωπικό δίσκο και αποφάσισε να τον διαθέσει εντελώς δωρεάν στο κοινό μέσω του διαδικτύου, ακολουθώντας (ή ολοκληρώνοντας, αν θέλετε...) το πείραμα που πρώτοι επιχείρησαν οι ροκάδες Radiohead, δυναμιτίζοντας για τα καλά τον τρόπο που έως τώρα λειτουργούσε η μουσική βιομηχανία.

Για του λόγου το αληθές, σήμερα ακούτε ένα απόσπασμα από τον εν λόγω δίσκο υπό τον (αλληγορικό;) τίτλο The Naked Violin, τον οποίο μπορείτε να κατεβάσετε χωρίς την παραμικρή χρέωση (ή ενδοιασμό) —και στην ηχητική ποιότητα της επιλογής σας— από εδώ. Επιπλέον, στη σελίδα αυτή θα βρείτε από πλήρη σχολιασμό για τα έργα και την ερμηνεία (μιλά η ίδια η καλλιτέχνις) έως προτάσεις για εκπαιδευτικές παρουσιάσεις, αλλά και εξώφυλλα (με οδηγούς κοπής) για όσους θέλουν να εγγράψουν τα κομμάτια σε CD.

Η Tasmin Little ισχυρίζεται πως η πρόσβαση στην ακρόαση της καλής μουσικής θα πρέπει να είναι ελεύθερη, τουλάχιστον δισκογραφικά. Άλλωστε, το πραγματικό καλλιτεχνικό γεγονός παραμένει η συναυλία και όχι η καταγραφή της. Μήπως, τελικά, η δισκογράφηση (με την πειρατεία που οι επιχειρηματίες διατυμπανίζουν) δεν είναι παρά μια καθαρά κερδοσκοπική πράξη...;

Συμπληρωματικά, διαβάστε το σχετικό άρθρο που δημοσιεύτηκε προ ημερών στην Ελευθεροτυπία.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

Ο ψεύτης ήλιος του Γενάρη



Περίεργους συνειρμούς που μπορεί να κάνει το μυαλό απολαμβάνοντας τις αλκυονίδες ημέρες, ειδικά φέτος που έσκασαν μύτη τόσο... συνωμοτικά! Βέβαια —για να πω την πάσα αλήθεια— το φιτίλι για τον συνειρμό ανήκει σε αγαπημένη μου blogger (που γενικά επιθυμεί να μην την πολυδιαφημίζω...) και οφείλω —έστω και έτσι— να της τον αφιερώσω τουλάχιστον.

Δυσεύρετη ταινία και σχετικά δυσεύρετο soundtrack αυτό που θέλω να σας προτείνω σήμερα. Μιλώ για την ταινία Ψεύτης ήλιος του Nikita Mikhalkov (Ρωσία, 1994). Πρωτότυπος τίτλος στα ρωσικά: Утомлённые солнцем (Utomlyonnye solntsem). Στις ελληνικές αίθουσες παίχτηκε αρχικά από αυθεντική ρωσική κόπια και αργότερα (σε κάποια αφιερώματα) στη γαλλική της μεταγλώττιση (Soleil trompeur). Στα αγγλόφωνα sites θα τη βρείτε ως Burnt by the Sun. Αξίζει να την ψάξετε, πάντως, και να τη δείτε.

Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι, ενώ το σενάριο της ταινίας δεν έχει την παραμικρή σχέση με τις αλκυονίδες ημέρες, για κάποιον περίεργο λόγο —που δεν μπορώ να εξηγήσω— η μουσική της ταινίας (Edward Artemyev) με παραπέμπει ξαφνικά, διαισθητικά ίσως, στα παράξενα παιχνίδια του ήλιου και των θερμοκρασιών του Γενάρη...

Βρε μυστήρια πράγματα.......


Στη φωτογραφία η αξιολάτρευτη Nadia, κόρη (στην ταινία αλλά και στη ζωή) του δημιουργού και πρωταγωνιστή Nikita Mikhalkov.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2008

Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα των τραγουδιστών



Ημέρα εξαγνισμού και φώτισης σήμερα..., κι εγώ επιλέγω να ξορκίσω μονομιάς όλα τα ανομήματα ημών, ωσάν κοινών καλικάντζαρων! Και για να προλάβω το επικριτικό βλέμμα σας, σπεύδω να χρησιμοποιήσω πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Ιδού, το λοιπόν, τα κατά nicon επτά θανάσιμα αμαρτήματα ημών των τραγουδιστών, κλασικών και μη:

  1. Λαγνεία | Luxuria

    Γουστάρουμε τη φωνή μας. Ω ναι, τη γουστάρουμε ΠΟΛΥ! Αγνοούμε το κοινό, αγνοούμε τους συνεργάτες μας, αγνοούμε την παρτιτούρα μόνο και μόνο για να την απολαύσουμε όπως εμείς τη θέλουμε.

  2. Λαιμαργία | Gula

    Ορεγόμαστε κάθε τραγούδι που δεν είναι για τα δόντια μας. Θέλουμε από την πρώτη στιγμή να τραγουδήσουμε τα πάντα, όσο δύσκολα κι αν είναι, όσο ξένα προς την ιδιοσυγκρασία μας.

  3. Aπληστία | Avaritia

    Απαιτούμε υψηλές αμοιβές πριν δείξουμε την αξία της δουλειάς μας. Δε δεχόμαστε να δώσουμε το 100% των δυνάμεών μας προτού εξασφαλίσουμε ότι θα πληρωθούμε καλά και εγκαίρως.

  4. Oκνηρία | Acedia

    Τεμπελιάζουμε πάνω από την παρτιτούρα· βολευόμαστε μαθαίνοντας από τους δίσκους. Σπάνια ασχολούμαστε με τη συνοδεία και ποτέ δεν αναζητούμε την παρτιτούρα του μαέστρου!

  5. Οργή | Ira

    Τα βάζουμε με όλους τους άλλους για μια κακή ερμηνεία μας· για μας φταίει πότε ο δάσκαλος, πότε ο πιανίστας, πότε ο μαέστρος, πότε ο σκηνοθέτης... Ποτέ εμείς!

  6. Ζήλεια | Invidia

    Σκυλιάζουμε όταν κάποιος άλλος συνάδελφος παίρνει τη δουλειά ή τη δόξα· ακόμα κι όταν εκείνος τραγουδά καλύτερα από μας. Ας μπορούσαν όλοι οι άλλοι να είναι χειρότεροί μας!

  7. Αλαζονεία | Superbia

    Κομπάζουμε πως το καθετί εμείς το τραγουδάμε καλύτερα από τους άλλους, κι ας ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Πειθόμαστε ότι με τον τρόπο αυτό θα κερδίσουμε την προσοχή και την εκτίμηση των άλλων.

Και πιστεύουμε —αλήθεια— πως έτσι θα κάνουμε κάποτε μια μεγάλη καριέρα...;


Ακούστε τον πρόλογο από το σατιρικό μονόπρακτο «τραγουδισμένο μπαλέτο» (ballet chanté) Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα του Kurt Weill, σε στίχους του Bertolt Brecht, με την Ute Lemper. Παρτιτούρα όλου του έργου με το κείμενο στα γερμανικά και αγγλικά θα βρείτε εδώ.